ΕΛΣΑ ΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΥ – Ισορροπία σε τεντωμένο σκοινί

Παρουσίαση του συνολικού ταξιδιωτικού έργου τού Φώτη Τερζάκη στο οινοποιείο Λαυκιώτη, Νεμέα, 12 Δεκεμβρίου 2023.

Ο Παλαίφατος, ο μεγάλος ταξιδιώτης τής αρχαιότητας, παρατηρεί ότι ο ιδανικός περιηγητής περιγράφει όχι ό,τι ο ίδιος άκουσε αλλά ό,τι ο ίδιος διαπιστώνει: Και τα χωρία αυτός είδον ως εισίν έκαστον έχον, και γέγραφα ταύτα ουχ’ οία ήν λεγόμενα αλλ’ αυτός επελθών και ιστορήσας.  Ο ίδιος πήγα και σας ιστορώ. Η ισορροπία απόλυτη και θαυμαστή. Το ταξίδι και, όταν αυτό καταλαγιάσει στην ψυχή και το μυαλό τού περιηγητή, η ιστόρηση, η καταγραφή του. Αυτή η μεταποίηση της περιπλάνησης σε συγγραφή, σε λογοτεχνία, όταν πετύχει, μετατρέπει την εμπειρία και την προσωπική ματιά σε μετάληψη, σε διαδικασία στην οποία οι εμπλεκόμενοι  δίνουν εύρος, διάρκεια, και δυναμική, ικανή να χωρέσει τον τόπο, τον αφηγητή, τους αναγνώστες, την εποχή και την ιστορία, τον κόσμο ολόκληρο με τις αντιφάσεις του.

Τον κόσμο ολόκληρο, τολμώ να πω, βρίσκουμε στα ταξιδιωτικά βιβλία τού Φώτη Τερζάκη. Τον πραγματικό κόσμο και να υποβόσκει ο άλλος, ο φαντασιακός, ο οραματικός, εκείνος που κάνει υποφερτή την ζωή και την καθημερινότητα. Παρόντα είναι επίσης ψυχικά και πνευματικά τοπία καθώς και ένας ματωμένος ψυχισμός που παραπέμπουν ευθέως, με την αφοπλιστική πειθώ και ειλικρίνειά τους, στον αφηγητή συγγραφέα.  

             Για την διάθεση του ταξιδευτή και την γλυκιά βάσανο του ταξιδιού, παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Τερζάκη Αντίδρομα στον ήλιο, συγκεκριμένα από το κεφάλαιο «Το δίχτυ των Ιμαλαίων»: «Πάντα οι εξερευνητές κάτι αναζητούν… Δείξτε μου έναν  που να το βρήκε λοιπόν! Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ξεγελάσεις τον εαυτό σου, και οι αναζητητές είναι εύπιστη ράτσα. Χρόνια ολόκληρα μεγαλώνει η ιδέα σαν δέντρο στο μυαλό τους. Μαζεύουν παλιά βιβλία, σχεδιαγράμματα και χάρτες, ετοιμάζουν βαλίτσες, πακετάρουν προμήθειες, φάρμακα και ρουχισμό, παζαρεύουν βαστάζους και υποζύγια, συνεννοούνται με προξενεία και τοπικές αρχές, βρίσκουν ακόμα και χρηματοδότη… Πώς να πείσεις τους άλλους, στο κάτω- κάτω, αν δεν έχεις ο ίδιος πρώτα πειστεί; Φεύγουνε με την ελπίδα μικρού παιδιού στα μάτια και γυρίζουνε — αν γυρίσουν— σκιές τού εαυτού τους, ρημαγμένοι και άρρωστοι ως τα κατάβαθα πιο πολύ απ’ όσο μπορούν να υποψιαστούν, αλλά η παλιά φλόγα τσιτσιρίζει, και σαν τον ναρκομανή που πιστεύει ότι μπορεί να γλυτώσει από το πάθος του μουρμουρίζει με πείσμα: την άλλη φορά…  Γιατί λοιπόν ταξιδεύουμε; Να το πω απερίφραστα, με τη βεβαιότητα  που κέρδισα στο μαγγανοπήγαδο της αγρύπνιας: ταξιδεύουμε γιατί δεν χωράμε σε μία ζωή. Ανοίγουμε κινδυνεύοντας πόρτες απαραβίαστες, βιώνουμε παράλληλες ιστορίες, παράλληλους χρόνους, παράλληλες πραγματικότητες, μπαινοβγαίνουμε ασταμάτητα σε αυτόν τον φθαρμένο εαυτό ελπίζοντας μια οριστική, ανεπίστροφη επαναγέννηση απ’ όπου κανένα κομμάτι δεν θα λείπει, κανένας κρίκος της αλυσίδας δεν θα είναι απών – και δεν ησυχάζουμε…»

Ο Φώτης Τερζάκης, λοιπόν, ανήκει σε εκείνους που δεν γράφει για ν’ αποτελέσουν τα κείμενά του ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Δεν αρκείται στις περιγραφές χωρών εικόνων, ανθρώπων, ηθών και ιστορικών γεγονότων. Η προσωπική φωνή, ο ψυχισμός, τα κάθε είδους φορτία είναι διαρκώς παρόντα στις αφηγήσεις του και συχνά διαπλέκονται με το εξωτερικό τοπίο. Επιδιώκει την σύμπλευση και την αλληλοεπίδραση του εξωτερικού με το ψυχικό και το πνευματικό τοπίο, απομακρυνόμενος  έτσι όλο και περισσότερο από τα συμβατικά  ταξιδιωτικά κείμενα. Στο ρόλο του, ως μεσάζοντος ανάμεσα στον αναγνώστη και τον χώρο, διατηρεί ατόφια την καλλιτεχνική διάσταση χωρίς να αποσύρει ούτε στιγμή την ειλικρίνεια στην ματιά και στα αισθήματά του.

Οι εντυπώσεις που προκαλεί αναδύονται μέσα από σύνθετες διεργασίες οι οποίες υποκινούνται από την δοσοληψία τού μέσα με το έξω, την διερευνητική ματιά που προκαλεί στον συγγραφέα την αίσθηση ότι κάτι του αποκρύπτεται, κάτι δεν είναι εύκολο να δει, κάτι πρέπει ο ίδιος να ανακαλύψει επιστρατεύοντας όσα ξέρει, όσα υποψιάζεται κι όσα ψυχανεμίζεται για τους τόπους, τους ανθρώπους, αλλά και τον ίδιον. Η βουτιά από το προσωπικό στο καθολικό και το αντίστροφο είναι η συγκινητική του προσπάθεια να καταλάβει τον κόσμο και να προσπαθήσει τελικά να τον αποδεχτεί. Γι’ αυτό έχει ο αναγνώστης την εντύπωση ότι οι μετακινήσεις του γίνονται αργά, δεν είναι θέμα συμβατικού χρόνου, ώστε να υπάρξει η δυνατότητα ανάδυσης των διεργασιών τού ματιού, της ψυχής και της γνώσης.

Η ταξιδιωτική περιπέτεια του Φώτη Τερζάκη περιέχεται σε τέσσερα βιβλία. Το κριτήριο της οργάνωσης του κάθε βιβλίου σε αυτόνομη δομή έχει να κάνει με τον χώρο, την ήπειρο την οποία προσπαθεί να κατακτήσει με τον δικό του τρόπο ο συγγραφέας. Έτσι το πρώτο, Η αυλακιά του Ρεμπώ αναφέρεται στα ταξίδια  στην Αφρική, το δεύτερο και το τρίτο με τίτλο Αντίδρομα στον ήλιο στην Ασία, και το τέταρτο με τον τίτλο Εσπέριος πλους στα ταξίδια του στην Αμερικανική ήπειρο.

Το πρώτο βιβλίο, Η αυλακιά τού Ρεμπώ, περιλαμβάνει τα ταξίδια στην Τυνησία, την Υεμένη και την Αιθιοπία. Όταν έκλεισα και την τελευταία σελίδα τής Αυλακιάς ένιωσα ως να είχα διαβεί  αρχικά με τον Ρεμπώ και τώρα με τον Τερζάκη δρόμους τής Αφρικής και της ψυχής συνάμα.  Η βάσανος και η αγωνία να επαληθευτεί και να επανεξεταστεί η ύπαρξη, ο κόσμος, η ζωή, ο θάνατος, η ελευθερία, διατρέχουν το κείμενο από άκρη σ’ άκρη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο κανένα ταξιδιωτικό γραφείο δεν θα πρότεινε το βιβλίο αυτό στους υποψήφιους ταξιδιώτες. Γιατί πολύ σπάνια κάποιος  επιθυμεί να ταξιδέψει έχοντας πάρει προκαταβολικά την απόφαση να διακυβεύσει τις εφησυχαστικές ισορροπίες του, πόσο μάλλον  την λήθη  αιώνων, ακόμη και τα στρώματα του πολιτισμού που τον απομακρύνουν από το ανεπεξέργαστο, άγριο κομμάτι τής σχέσης του με τη φύση και τον ρίχνουν στα μαλακά τού δυτικού ανθρωποκεντρισμού.

Η κινητήριος δύναμη του αφηγητή είναι η οδυνηρή του επίγνωση ότι ο κόσμος αυτός δεν του κάνει, δεν τον χωράει, του αναταράσσει τα σπλάχνα και τον ωθεί να ταξιδέψει για να σκαλίσει αρχέγονες μνήμες, απώλειες αιώνων, ανάγκες κι αισθήματα συρρικνωμένα από την ταφόπλακα του δυτικού πολιτισμού. Επιπλέον, η ειλικρινής επιθυμία του να δοκιμάσει την ελευθερία του έξω από χρόνο και τόπο, του επιτρέπει να κινείται συνειρμικά και να μεταβαίνει από το πραγματικό στο φαντασιακό και από το μαγικό στο ιστορικό χωρίς να δημιουργεί αμήχανες μεταβάσεις. Αντίθετα, υπάρχει μια μαγική σύνδεση ανάμεσα στα τρία ταξίδια στην Τυνησία, την Υεμένη και την Αιθιοπία  που τελικά διαβάζονται ως ένα.

Κατ’ αρχάς, τα μοτίβα που διαπλέκονται και στα τρία ταξιδιωτικά αφηγήματα αποδεικνύουν ότι ο αφηγητής δεν διαλέγει απλώς τον ρόλο τού παρατηρητή στα ταξίδια του, αλλά είναι ο πάσχων πλάνης που ψάχνει τις πληγές του ταξιδεύοντας στον κόσμο και μέσα του.  Κυρίαρχα λοιπόν μοτίβα είναι αυτό της αναζήτησης, της απώλειας, της αγωνίας, του θανάτου, του έρωτα, της μοναξιάς, του φόβου, της ελπίδας, της προσμονής, όλα δηλαδή τα αρχετυπικά αισθήματα που τον  ταλανίζουν υπαρξιακά και φαντασιακά  και τον σπρώχνουν σε απελπισμένα ταξίδια κι αναζητήσεις.

Παράλληλα, η ανάγκη του να τα δει όλα, κυρίως αυτά που του αποκρύπτει η κυρίαρχη πληροφόρηση, να ανιχνεύσει τα ιστορικά και πολιτιστικά μορφώματα, να μην αρκεστεί στην περιορισμένη θέαση του κόσμου, να τα επεξεργαστεί με τον δικό του τρόπο και τη δική του ατίθαση οπτική, δίνουν και πολιτικό χαρακτήρα στην αφήγησή του. Κυρίως γιατί επικυρώνεται, μέσω της αφήγησης, η δυνατότητα να ξαναϊδωθεί ο κόσμος στην ολότητά του, να επανεγγραφεί, δίνοντας χώρο στους βασανισμένους, στους κατατρεγμένους, σε όσων το πρόσωπο η εσωτερική αγωνία έρχεται να συναντήσει την  ιστορική αδικία. Ωστόσο, αυτή η διάσταση δεν δίνεται μέσ’ από μια παθητική αποδοχή τής μοίρας και της αδικίας, αλλά ανιχνεύεται θυμός και άρνηση νομιμοποίησης του ιστορικού κατεστημένου.

Και βέβαια δεν είναι τυχαίο που ο Φώτης Τερζάκης θεωρεί κάποιες στιγμές ότι βρήκε την Αρκαδία του στην Αφρική. Ένας κόσμος αντιφατικός που, ενώ μας είναι γνωστός, και ώς έναν βαθμό δημιουργημένος από την αποικιοκρατία, από την άλλη διατηρεί τη μαγεία και τη δύναμη της άγριας φύσης κι ένα επίπεδο χαράς, σωματικότητας και ελευθερίας που είναι άγνωστα στον κουμπωμένο δυτικό άνθρωπο. Αυτές οι αντιφάσεις εκφράζονται  στο κείμενο με γοητευτικό τρόπο, αλλά και στο πορτραίτο τού αφηγητή που, όπως προκύπτει από τα γραπτά του, κατατρύχεται από το ανικανοποίητο και την αγωνία τού δυτικού διανοούμενου από τη μια, και από την εσωτερική  επιθυμία τής εγκατάλειψης στην ανορθολογική γοητεία τού άγνωστου και μυστηριώδους από την άλλη.

Εκτός από του μοτίβο τού θανάτου που εμφανίζεται με διάφορες εκφορές ( παραθέτω δύο: «Η συντροφιά του ταξιδιώτη είναι ο θάνατος»·  και «Γιατί το είπαμε. Θα αναγνωρίσουμε άσφαλτα τον αναγνώστη από τη μόνη του συντροφιά, τον θάνατο»), ένα άλλο ενδιαφέρον μοτίβο  διατρέχει και τα τρία αφηγήματα.

Είναι το μοτίβο τής αναζήτησης μιας γυναικείας αρχετυπικής φιγούρας και συνδέεται άρρηκτα βέβαια με εκείνα της απώλειας, του θανάτου, της ματαίωσης, του έρωτα και της αγωνίας.  Απελευθερώνει μέσα του μνήμες αρχέγονες και βίαιες, αποκολλήσεις από γυναίκες που είτε του στοίχειωσαν τη ζωή, είτε δεν θα τις συναντήσει  ποτέ και θα τις αναζητά σε όλα τα ταξίδια, σε όλα τα πρόσωπα, σε όλες τις επαφές του. Το ατέρμονο κυνήγι τής αρχετυπικής φιγούρας εξελίσσεται άλλοτε σε παραλήρημα, άλλοτε σε ελεγειακό θρήνο και στο τέλος κορυφώνεται σε απελπισμένη προσευχή προς την σκοτεινή, απειλητική και λατρεμένη γυναικεία θεότητα που παρούσα-απούσα στοιχειώνει τη ζωή του. Με εσωτερική ομοιοκαταληξία, μουσικότητα, χρονική αυθαιρεσία, συναισθησία και ποιητική γλώσσα, το μοτίβο τής αναζήτησης ξετυλίγεται όχι μόνον ως εσωτερική καταβύθιση αλλά κι ως επιτυχής καλλιτεχνική πράξη.  Σας διαβάζω ένα απόσπασμα από το πρώτο αφήγημα: «Ωχρός πασπατεύω την λαξευμένη γυναίκα, αγγίζω τα δάχτυλά της με τα δικά μου, προσμένοντας λες να μου τραβήξουν το χέρι ή μία χειρονομία που επιτέλους θα αναγνωρίσω, παρακαλώ την αρχαία θύμηση της αφής να μου χαρίσει ένα σημάδι – μάταια, μάταια, χαϊδεύω  τ’ ωραίο πρόσωπο βάζω τα δάχτυλα στα πέτρινα χείλη. Γιατί εκεί, μέσα σε αυτή την ανελέητη πέτρα που ένας άγνωστος σ’ εμένα γλύπτης, μπορεί και ιερωμένος, πριν από τέσσερις, πέντε αιώνες σκάλιζε πάνω της την ευσέβεια και τους πόθους του —και, δεν μπορεί, θα είχε μπροστά στα μάτια του μιαν αληθινή γυναίκα— είδα το νεύμα μιας μυστικής, υπαινικτικής ζωής, είδα το πρόσωπό σου, είδα και πάλι εσένα!».

Στο τρίτο ταξιδιωτικό αφήγημα που αφορά στην Αιθιοπία, η αναζήτηση παίρνει σάρκα και οστά για μια στιγμή στο πρόσωπο της νεαρής  Μπιρτουκάν. Για μια στιγμή ο έρωτας προσωποποιείται, ελλοχεύει όμως η προδοσία κι όχι μόνο στον πάσσαλο της γραφής, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Τερζάκης, αλλά κι εξαιτίας τής αρχετυπικής φιγούρας που καιροφυλακτεί και υπονομεύει κάθε επένδυση συναισθηματική του αφηγητή. Μάλιστα ο ίδιος δείχνει υποψιασμένος βαθιά για το τί πρόκειται ν’ ακολουθήσει κι αυτό κάνει πιο συναρπαστικό και πιο απελπισμένο το ταξίδι τής αναζήτησης.

Μπαίνω στον πειρασμό να αποκρυπτογραφήσω τον συμβολισμό τής αρχετυπικής γυναικείας φιγούρας που πυροδοτεί την ταξιδιωτική εμμονή τού συγγραφέα, πέρ’ από την προφανή σύνδεση της με τον έρωτα και τον θάνατο, και μου φαίνεται ότι ανιχνεύω συγγένειες με τις γυναικείες αρχετυπικές φιγούρες τού Σολωμού και γενικότερα του γερμανικού ρομαντισμού. Η γυναίκα, κατά την άποψή μου, συμβολίζει το πνεύμα τού φυσικού κόσμου, από το οποίο ο συγγραφέας αισθάνεται αποκομμένος και επιθυμεί να συνδεθεί εγγενώς μαζί του. Το κομμάτι του που αποποιείται την πολιτισμική έκπτωση τείνει να επιστρέψει στην απωλεσθείσα ευτυχία. Ο Τερζάκης, λοιπόν, σαν άλλος ρομαντικός συγγραφέας, ξεκινάει το ταξίδι του με την αίσθηση της απώλειας a priori και καθ’ οδόν την πολλαπλασιάζει, αδυνατεί  να την εξορκίσει, ενώ παράλληλα αναζητεί τον αρχετυπικό τόπο, την Αρκαδία του, δεν την βρίσκει και επιστρέφει στο τέλος τής εμπειρίας σοφότερος, αλλά όχι λιγότερο απελπισμένος.

Άλλα ρομαντικά στοιχεία που ανιχνεύονται στα δύο πρώτα κυρίως αφηγήματα του  Τερζάκη, εκτός από τις εξωσωματικές εμπειρίες και τα εξωλογικά τοπία, τη διαρκή παρουσία τού θανάτου, είναι η συναισθησία και ο υποκειμενισμός. Η ατομική ψυχή τείνει να ταυτιστεί με την κοσμική ψυχή, το άτομο μέσα από τη ρομαντική αντίληψη μετατρέπεται στο απόλυτο υποκείμενο το οποίο δέχεται και από το οποίο εκκινούν τα πάντα.  Και παντού, σε όλο δηλαδή το αφηγηματικό υλικό, υπάρχει μουσική που κινητοποιεί όλες τις αισθήσεις, η μουσική τής γλώσσας την οποία χρησιμοποιεί ο Τερζάκης και μετατρέπεται σε ελεγεία για τον απολεσθέντα παράδεισο.

Με την έννοια αυτή ο Τερζάκης μετατρέπει τα ταξίδια του σε ένα εργαλείο αυτογνωσίας που του επιτρέπει να περνάει από το γενικό στο προσωπικό κι από το φυσικό τοπίο στο ψυχικό τοπίο με βασανιστικό τρόπο, μιας και συχνά οι αντιφάσεις του ανάμεσα στην ορθολογιστική οπτική και στην ανάγκη οικειοποίησης του κόσμου, ως ο ίδιος να είναι ένας μικρός θεός, τον οδηγούν σε τραγικά αδιέξοδα.

Το πρώτο βιβλίο του Τερζάκη, Η αυλακιά τού Ρεμπώ, διαφοροποιείται από τα επόμενα τρία καθώς αναπτύσσεται με πρόταγμα την ποιητικότητα, τον λυρισμό, την μουσικότητα, τον θρήνο, την φουρτουνιασμένη ματιά, το φεύγα τού νου και της ψυχής. Τα υπόλοιπα τρία έχουν πιο σφιχτή δομή, περισσότερες πληροφορίες, σχόλια, λιγότερο υποκειμενισμό, δομημένη γλώσσα, ενώ οι ανθρώπινες φιγούρες γίνονται όλο και πιο σπάνιες.

Το δίτομο Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες περιλαμβάνει οκτώ ταξίδια. Τα ταξίδια έχουν γίνει από το 1993 έως το 2014 και, παρά τα είκοσι χρόνια στα οποία κατανέμονται, υπάρχουν μοτίβα τα οποία τα συνδέουν. Η κατάταξη των διηγημάτων σε δυο τόμους δεν έχει χρονολογικό κριτήριο αλλά γεωγραφικό. Στον πρώτο τόμο περιλαμβάνονται τέσσερα ταξιδιωτικά, το πρώτο στην Τουρκία, το δεύτερο στις Αραβικές χώρες, το τρίτο στο Ιράν και το τέταρτο στην Ινδία. Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει την καταγραφή τεσσάρων επίσης ταξιδιών του Τερζάκη – το πρώτο στη Χερσόνησο της Ινδοκίνας, το δεύτερο στην Κίνα, το τρίτο στην Ιαπωνία και το τελευταίο στα Ιμαλάια.

Κατ’ αρχάς ο Φώτης Τερζάκης ξεκινάει και αυτά τα ταξίδια του ως ανέστιος. Ανέστιος και αθώος, με την ελπίδα ότι ο τόπος προορισμού του θα του προσφέρει εκείνο που αναζητεί διακαώς και δεν το βρίσκει. Κάθε φορά και πάλι απ’ την αρχή. Ίσως αυτή να είναι η στόφα τού ταξιδευτή. Επικαλούμαι και τη φράση τού Λακαριέρ από το Ελληνικό καλοκαίρι: «Μπόρεσα επιτέλους να ελευθερωθώ από τον τόπο τής γέννησής μου, να κόψω αυτόν τον πλαστό ομφάλιο λώρο που τόσα πλάσματα σέρνουν απάνω τους σ’ όλη τους τη ζωή. Εκεί ξεκίνησε η μαθητεία μου σαν αληθινού ταξιδιώτη. Θα μου πείτε, τί είναι ένας αληθινός ταξιδιώτης; Είναι αυτός που στον κάθε τόπο που διασχίζει, με μόνες τις συναντήσεις των άλλων και την αναγκαία λησμονιά τού εαυτού του, ξαναπιάνει να γεννιέται από την αρχή».

Μια σημαντική τεχνική που δομεί την αφήγηση τού Τερζάκη είναι η εναλλαγή αφήγησης- προσωπικού μονολόγου. Μάλιστα παρατηρούμε δυο μορφές αφήγησης: η μία που αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και δίνει πληροφορίες για τον τόπο και τους κατοίκους και η άλλη που αφορά στην καθημερινότητα, στους τυχαίους ανθρώπους που συναντά, στις στιγμές τής σχόλης, της γιορτής, της χαλάρωσης, σε αυτά που διαλέγει η ματιά και ο ψυχισμός του να μεταφέρει από τον τόπο που επισκέπτεται σ’ εμάς. Η γραφή τού Τερζάκη προσαρμόζεται στις τρεις αυτές αφηγηματικές επιλογές και στηρίζει απολύτως ικανοποιητικά το περιεχόμενο. Αντλώ τα αποσπάσματα από το ταξιδιωτικό «Η σπορά τής φοινικιάς» που βρίσκεται στον πρώτο τόμο.  «Η Τάιζ, μεγάλο εμπορικό κέντρο και παλαιά πρωτεύουσα της Υεμένης, είναι δημιούργημα της σελτζουκικής δυναστείας των Ρασουλιδών. Ο δρόμος που ανεβαίνει εδώ από το λιμάνι τής Χουντάιντα στριφογυρίζει ανάμεσα σε πρασινισμένες πλαγιές και κοίτες μικρών χειμάρρων που κατεβάζουν νερό στις καλλιέργειες της Τιχάμα. Μαζί με την άλλη οδική αρτηρία που οδηγεί κατευθείαν στη Σανά’α (σχηματίζοντας ένα τρίγωνο μεταξύ τους ) είναι ίσως οι πιο νευραλγικές σε όλη την Υεμένη. Η περιοχή ήταν ξακουστή για τις φυτείες τού καφέ και τα άφθονα οπωροφόρα της. Πίσω από τους λόφους με τις φυτεμένες πεζούλες υψώνεται βαθμιαία το Τζέμπελ Σεμπέρ, το ψηλότερο τοπικό βουνό. Στου πρόποδες αυτού του βουνού κάποια μέρα του 1174 στρατοπέδευσε ο Τουρανσάχ, ο αδελφός τού θρυλικού Σαλαδίνου, επιφορτισμένος με  το έργο να ανακτήσει την Αραβική από τους σιίτες Φατιμίδες της Αιγύπτου» (σελ. 121).   

Η αφήγηση αυτή γίνεται τριτοπρόσωπα και περιλαμβάνει ιστορικές πληροφορίες για την Υεμένη.  Ο λόγος συμβατικός, αναφορικός, οι προτάσεις μικρές, απουσιάζει το προσωπικό ύφος. Οι πληροφορίες μεταφέρονται στον αναγνώστη με αξιοπιστία και αντικειμενικότητα. Ο συγγραφέας επιλέγει να απουσιάζει από αυτού του είδους την αφήγηση και, με απόλυτο σεβασμό για την ιστορία τού τόπου και τους κατοίκους του, αποφασίζει να γίνει ένας απλώς μεταφορέας των πληροφοριών, προσδίδοντάς τους έτσι το απαραίτητο κύρος για να διατηρήσουν την απόσταση που απαιτείται ώστε να πείσουν ως πληροφοριακό υλικό.

Ένα πιο περίπλοκο είδος αφήγησης είναι το παρακάτω, από το ίδιο ταξιδιωτικό όπως προανέφερα: «Έτσι όπως μου σώθηκαν ξαφνικά οι λέξεις και βρέθηκα σε μια παράξενη κατάσταση σπλαχνικής διαστολής, έμεινα βουβός, καθισμένος στην κορυφή ενός αμμόλοφου μέχρι που το απαγευματινό φως βούλιαξε στην άβυσσο… Εν τω μεταξύ από κάτω υπήρχε δραστηριότητα. Οι Βεδουίνοι μας έσκαψαν ένα βαθύ λάκκο, άναψαν μέσα του κάρβουνα που είχαμε φέρει μαζί μας, ύστερα έβαλαν πάνω τους ένα ολόκληρο αρνί που αγοράσαμε επί τούτου, το σκέπασαν μ’ ένα τσίγκινο καπάκι και το έθαψαν πάλι στην άμμο. Στερέωσαν μόνο ένα ξύλο από πάνω για να μη χάσουμε το σημείο. Αυτό που εμείς λέμε κλέφτικο… Μέχρι να ψηθεί το αρνί έστησαν με λίγους πασσάλους μια μακρόστενη τέντα, ανοιχτή μπροστά, που προοριζόταν να γίνει το σπίτι μας απόψε. Όταν γέμισε η ώρα, ανάψαμε μια μικρή φωτιά κι εκεί γύρω, ανακούρκουδα, μοιραστήκαμε το φαγητό και τη νύχτα. Ίσως  κάποια στιγμή τραγουδήσαμε… Όταν κανείς πλέον δεν είχε κουράγιο να τροφοδοτήσει τη φωτιά, και οι περισσότεροι είχαν σωριαστεί κιόλας κατάκοποι στην τέντα, μας τύλιξε η απόλυτη, η μυστηριακή σιγή τής ερήμου. Ο ουρανός όμως ήταν ένα ολόφωτο κέντημα σαν να είχε πάρει, θαρρείς, όλη τη ζωή και το βουητό τής γης και ήταν η γη ένας άλαλος, σκοτεινός ουρανός στη θέση του. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ μέσα. Πήρα τον υπνόσακό μου και τον έβαλα κάθετα στην τέντα, από την έξω μεριά, και άφησα τ’ αστέρια να τρυπούν τα κλεισμένα μου βλέφαρα. Θυμήθηκα μια ιστορία που μου έλεγε ένα βράδυ ο Βαγγέλης στο σπίτι του στο Λυκαβηττό…» (σελ. 125-6).

Στο απόσπασμα αυτό η αφήγηση είναι αργή, οι περιγραφές την χαλαρώνουν. Ο αφηγητής, παρών, εμπλέκεται ακόμη κι όταν είναι απλός παρατηρητής. Η γλώσσα, μεταφορική, γλιστράει  μαζί με τις εικόνες και τις σκιές. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η φράση «…που προοριζόταν να γίνει το σπίτι μας απόψε». Ο χρονικός προσδιορισμός μετατρέπει τον πλάγιο λόγο σε ευθύ. Ο αφηγητής παύει για μια στιγμή να αναδιηγείται και μπαίνει στη συγχρονία  τού ταξιδιού.  Δεν λέει «προοριζόταν να γίνει το σπίτι μας εκείνη τη νύχτα», λέει «απόψε», ξαναζεί τη στιγμή, τη γοητεία της, αφήνεται στα παιγνίδια τού χρόνου με τις αισθήσεις τεταμένες και ισχυρά παρούσες.

Στο τρίτο απόσπασμα που σας παραθέτω, πάντα από το ίδιο ταξιδιωτικό, ο αφηγητής κάνει χρήση εσωτερικού μονολόγου: «Το σημάδι που ακολούθησα δεν ήταν άστρο. Ήταν ο λαμπυρισμός τού καθρέφτη που με γυρνάει δολερά πίσω, σπρώχνοντάς με να πατάω πάλι και πάλι τα ίδια μου τα βήματα. Ύπουλη και ακατανίκητη φάτα μοργκάνα που καμπυλώνει τους δρόμους μου, αναστρέφει την πορεία, ζαλίζει τον μπούσουλα και με κάνει στο τέλος να ξαναβλέπω: μια γερτή χουρμαδιά το σούρουπο, που μαλακώνει το αμόνι τού ήλιου και ήσκιοι αρχίζουνε να τρέχουν στο καμίνι τής άμμου. Μια θάλασσα κινουμένων λόφων ως εκεί που το μάτι βουλιάζει στον άγραφο ορίζοντα, στο έλεος του σιμούν…» (σελ. 150-1).

Στο απόσπασμα αυτό το ταξίδι και η περιγραφή του δεν είναι το κέντρο. Γίνεται το έναυσμα, ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στον ψυχισμό τού αφηγητή και στον κόσμο που τον περιβάλλει. Η μεταφορά απογειώνεται, σπάει η γλωσσική σύμβαση, ο αφηγητής θέτει την παντοδυναμία και την ελευθερία τής γλώσσας στην υπηρεσία των αισθήσεών του, επιθυμώντας να τις μεταφέρει, αν είναι δυνατόν, αλώβητες στον αναγνώστη. Ισχυρές εικόνες και πάθη ματιού συμπλέκονται και συμπαρασύρουν και τις υπόλοιπες αισθήσεις. Το ταξίδι εξαίρεται στην μεταφορικότητά του,  γίνεται το όχημα της ψυχικής κι αισθητικής ανάτασης.

Βέβαια, είναι απαραίτητο στην επαφή με τα ταξιδιωτικά τού Τερζάκη, πέρ’ από τη μορφή, την αισθητική και τις πληροφορίες, να ανιχνεύσει ο αναγνώστης τον κοινωνικό, προπάντων πολιτικό παρατηρητή και την άγρυπνη  συνείδησή του.

Σταχυολογώ κάποια αποσπάσματα. Από τον πρώτο τόμο και το ταξιδιωτικό  «Ελληνοτουρκικόν»: «Η χούντα είναι η πολιτική ουσία τού εθνικού κράτους, κάθε εθνικού κράτους, όποια κι αν είναι η πολιτειακή του βιτρίνα – και υποψιάζομαι πάντα ότι μέσα στο αντιτουρκικό μένος των ξεμωραμένων ελληνοπατριωτών σιγοκαίει πολλή ζήλια για το ότι η Τουρκία είναι ιδεότυπος, αν θέλουμε να μιλάμε απερίφραστα, του σύγχρονου εθνικού κράτους» (σελ. 14). Από τον ίδιο τόμο και το ταξιδιωτικό «Η σπορά τής Φοινικιάς» σας μεταφέρω: «Ό,τι δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν  αιώνες ιστορίας και αίματος, απειλεί να το ξεριζώσει τον τελευταίο αιώνα το τέρας τού έθνους-κράτους και η μοντέρνα ιμπεριαλιστική μάστιγα. Όλοι οι πληροφορημένοι ταξιδιώτες στην περιοχή συμφωνούν: ο Χριστιανισμός φθίνει πια στους τόπους που κάποτε ήτανε το λίκνο του. Η τυφλή αρπακτικότητα της Δύσης, εκτός των άλλων, απειλεί να τινάξει στον αέρα τις ευαίσθητες ισορροπίες που κρατούν σήμερα οι χριστιανοί τής Ανατολής, παγιδευμένοι ανάμεσα στους ομοθρήσκους τους που ζουν σε Ευρώπη και Ανατολή και στον κοινό πολιτισμό που μοιράζονται με τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους» (σελ. 83).  Από τον δεύτερο τόμο και «Το δίχτυ των Ιμαλαΐων»: «Γιατί θέλουν τόσο πολύ το Θιβέτ οι Κινέζοι; Οι λόγοι προφανώς δεν είναι οικονομικοί, αφού οι πλουτοπαραγωγικές πηγές τής περιοχής ( προπαντός μεταλλεύματα) αποφέρουν στην κεντρική οικονομία πολύ λιγότερα απ’ όσα έχουν κατά καιρούς επενδυθεί, και χαθεί, για τη στερέωση του ελέγχου και για την υποτιθέμενη “ανάπτυξη”. Οι ίδιοι μάλιστα χρησιμοποιούν ως επιχείρημα το πόσα έχουν ξοδέψει , και ξοδεύουν, για χάρη τού Θιβέτ. Δεν βρίσκω καμιά ικανοποιητική απάντηση, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο εν πάση περιπτώσει, από τη στρατηγική αξία που έχουν αυτά τα τρομερά υψίπεδα, η Στέγη τού Κόσμου, για τον έλεγχο πρακτικά όλης τής Ασίας: το πλεονέκτημα που προσφέρουν στις πολυτάραχες και δραματικά κυμαινόμενες σχέσεις τής Κίνας με την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και με τη Ρωσία, αλλά και τον κίνδυνο που θα συνεπαγόταν ένας πιθανός έλεγχός τους από τον Ατλαντικό άξονα» (σελ. 141).

            Ο Τερζάκης ταξιδεύει και γράφει με όλο του τον οπλισμό σε ετοιμότητα. Συναισθησία, περιέργεια, ενδιαφέρον, γνώση, ψυχισμός, πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός, αισθητική άποψη κι ευαισθησία, όλα  συνηγορούν στη δημιουργία των δύο τόμων που έχουμε μπροστά μας.

 Δεν γνωρίζω αν ο Τερζάκης  λυπάται που δεν μπορεί να αποποιηθεί τον δυτικό, κριτικό εαυτό του όταν ταξιδεύει, που δεν αφήνει τη ματιά του να προσπεράσει όσα τον ενοχλούν κι επιθυμεί ν’ αλλάξει. Γνωρίζω όμως ότι προσπαθεί να απαλύνει το κριτικό πνεύμα του επιστρατεύοντας την υποκειμενική οπτική του, την μυθολογία και την ιδιαιτερότητα των λαών, την δύναμη της εικόνας και την ελευθερία τής κίνησης και των συναισθημάτων. Κατορθώνει έτσι να μας μεταφέρει την αίσθηση της ισορροπίας, σε σκοινί τεντωμένο βέβαια, ανάμεσα σε αυτό που υπάρχει και σ’ εκείνο που πολύ πόθησε η ψυχή μας.

Το τρίτο βιβλίο τού Τερζάκη, Εσπέριος πλους, αφορά στα ταξίδια του στην Αμερικανική Ήπειρο. Έχουν πραγματοποιηθεί σε διάρκεια εικοσιπέντε ετών, από το 1995 έως το 2019. Έχει ως ορμητήριο την Πορτογαλία, από τη μία πλευρά τού Ατλαντικού, και περνάει στην άλλη πλευρά, Νέα Υόρκη, Παναμάς, Ρίο ντι Τζανέιρο, Μεξικό και Άνδεις. Αναμετριέται σε αυτό το βιβλίο με την ιστορία, την αρχαιολογία, την εθνογραφία, την ανθρωπολογία,  κουβαλώντας, όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε, τα τραύματα, τις πληγές, τις αγωνίες, τα βιώματα, την ιδιαίτερη, συχνά τεθλασμένη, ματιά του.

Ένα απόσπασμα από το ταξίδι στη Νέα Υόρκη: «Οι γέφυρες είναι η ψυχή τής Νέας Υόρκης. Ίσως να το ήξερα κιόλας αλλά το νιώθω με αλλιώτικη βεβαιότητα τώρα, ανεβασμένος στη γέφυρα του Μπρούκλιν, την πιο παλιά γέφυρα του Μανχάταν, καθώς αιωρούμαι πάνω από την άβυσσο σαν να πρόκειται η ψυχή μου να χωρίσει οριστικά από το σώμα. Από κάτω αφρίζει ο East River, έτοιμος να πνιγεί στη θάλασσα, θυμίζοντας ότι αυτό το ομοίωμα πόλης είναι στην πραγματικότητα νησί, μια αρμαθιά από νησιά για την ακρίβεια. Ότι μια παλίρροια μπορεί ξάφνου να φουσκώσει και τα νησιά να ξεκολλήσουν το ένα από το άλλο, η πόλη να βυθιστεί, να τεμαχιστεί, ν’ αποσυντεθεί στα εξ ων συνετέθη. Να διαλυθεί σαν οφθαλμαπάτη μαζί με τη χειμωνιάτικη ομίχλη, που πίσω της φεγγίζουν θολά περιγράμματα της ματαιοδοξίας και της κατάπτωσης, το Empire State Building, το World Trade Center, μια τεθλασμένη κινητών κορυφογραμμών που μόλις ανάψουν τα φώτα αστράφτουν σαν γιαπωνέζικο παιγνίδι. Γυρίζω από την άλλη το κεφάλι: το Μπρούκλιν χάσκει σαν χαλασμένη κονσέρβα, ένα τσιμεντένιο κουφάρι αντιπαροχών. Τα θλιβερά  εστιατόρια της Αστόρια  με την ακρόπολη και τα τσολιαδάκια, τα αχανή σαν έρημοι πάρκινγκ, το βρώμικο χιόνι, ο πάγος στις υδρορροές, η πάχνη στα τζάμια των παραθύρων, οι υγροί  μουχλιασμένοι τοίχοι που γίνονται ένα με τα μουχλιασμένα πεζοδρόμια…» (σελ. 37-8).

Σ’ αυτό, το τρίτο ταξιδιωτικό τού Τερζάκη, οι πληροφορίες κάθε είδους —ιστορικές, ανθρωπολογικές, οικολογικές— έχουν ισχυρότερη παρουσία απ’ ό,τι στα προηγούμενα βιβλία του. Συνδέονται όμως σοφά με τις εικόνες τής καθημερινότητας, τις ερμηνείες, την υπαινικτικότητα, τις διαδρομές τού νου, μια εσωτερική ματιά που μπορεί να μεταδώσει τα μυστήρια κάθε τόπου, την αυτονομία του και τα μυστικά του σύμβολα.      

Αυτή η πληγωμένη και συνάμα σταθερή ματιά τού Τερζάκη δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο τον αναγνώστη. Τον εμπλέκει κάθε στιγμή, είτε πρόκειται να μάθει, είτε να νιώσει, είτε να προβληματιστεί, είτε να συγκινηθεί. Ταξιδεύει με τον συγγραφέα, συμμετέχει  στην εναλλαγή των αισθήσεων, νιώθει τις μυρωδιές και τους ήχους των τόπων που περιγράφονται.

Ωστόσο οι ήχοι και η μουσική σε αυτό το βιβλίο είναι συγκεκριμένα, δεν υποβάλλονται, όπως στην Αυλακιά, μέσω της γλώσσας. Το μοτίβο τής μουσικής και της ποίησης, που  συναντάται διάσπαρτο και σταθερό σε όλο βιβλίο, ηχοποιεί  τα ταξίδια δίνοντάς τους μοναδική υπόσταση. Από τους λυγμούς των φάντου και τον Πεσσόα στην Πορτογαλία, στο σαξόφωνο του Σταν Γκετζ στη Νέα Υόρκη, στον Οκτάβιο Παζ, τους ήχους και τους χορούς στο Μεξικό, στα πανηγύρια με λαϊκούς χορούς και μουσικές στις Άνδεις, στη βραζιλιάνικη τζαζ… Σας διαβάζω ένα απόσπασμα σχετικό από το ταξίδι στη Νέα Υόρκη: «Και τότε… ήταν ένα συνηθισμένο βράδυ, στο αποκαμωμένο τέλος μίας ακόμη μέρας ξοδεμένης σχεδόν άσκοπα, που ένα λυτρωτικό αεράκι φύσηξε στην ψυχή μου παίρνοντας μαζί όλη μου τη μελαγχολία κι όλο μου το βάρος. Τίποτα παράξενο, ασυνήθιστο ή εξαιρετικό, λίγες μόνο νότες: ένα κομμάτι στο τενόρο σαξόφωνο, παιγμένο υπνωτικά από τον Σταν Γκετζ, που δεν άκουγα καν για πρώτη φορά… Όμως, πώς να το πω, εδώ ηχούσε αλλιώς. Όπως κάτω από την επήρεια παραισθησιογόνων κοιτάς ένα πίνακα που έχεις δει άπειρες φορές στη ζωή σου και αντικρίζεις παρθενικές λεπτομέρειες αόρατες ώς τα τότε, λες και μια δισδιάστατη επιφάνεια κέρδισε ξαφνικά όγκο και βάθος, λες και βρέθηκες για πρώτη φορά στο εσωτερικό, συναισθάνθηκα ως το τελευταίο μου κύτταρο όλο το φορτίο αυτής της μουσικής, όλους τους φευγαλέους ιριδισμούς της, όλα τα γεωλογικά στρώματα των αισθήσεων που αιώνες και τόποι απόθεσαν μέσα της σε μια μυστική ιζηματογένεση – και ήταν η ίδια η σκοτεινιά τής Νέας Υόρκης, που πρόβαλλε τώρα σαν παγωμένη τζαζ τοπιογραφία, ο αγωγός αυτού του αισθήματος, που ένιωθα ότι δεν θα μπορούσα να έχω αλλού» (σελ. 39-40).

Παρακολούθησα με ενδιαφέρον τις αναφορές τού συγγραφέα στις μικροκοινότητες στο Μεξικό και στις Άνδεις, γνώρισα τη ζωή, τις δυσκολίες, την καθημερινότητα, την ιστορία τους, διέκρινα τον σεβασμό και το βάθος με το οποίο ο Τερζάκης αντιμετωπίζει τους ντόπιους, καθόλου στερεοτυπικά και γραφικά, την ζεστασιά με την οποία γεύεται το φαγητό τους, την συμμετοχή του στις κοινωνικές τους εκδηλώσεις, το ενδιαφέρον για το παρελθόν και το παρόν τους, την ιστορία τους, τα ήθη και έθιμά τους. Σε όλο το βιβλίο, σε όλα τα βιβλία καλύτερα, βλέπουμε τη ματιά τού περιηγητή, όχι του καταπατητή και του αποικιοκράτη. Γι’ αυτό άλλωστε μπορεί ο συγγραφέας να μεταφέρει τις λεπτές αποχρώσεις, την διαφορετικότητα, την ποικιλία, το εύρος και την ατμόσφαιρα από τα μέρη που επισκέπτεται.  

Η επιλογή του να παραθέτει μακροσκελείς πληροφορίες, ιδιαίτερα σε αυτό το βιβλίο,  έχει διπλό στόχο, και τον επιτυγχάνει: αφενός δείχνει σεβασμό προς τον τόπο, τις ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες του, τη θέση του μέσα στην παγκόσμια σκηνή· φωτίζει την κοινότητα που επισκέπτεται ως πολιτισμικό και μοναδικό μόρφωμα που, ως τέτοιο, συμβάλλει στην πολυχρωμία και την πολυπλοκότητα του πλανήτη ολόκληρου. Αφετέρου, η μετάβαση από τον ευθέως αναφορικό λόγο στον μεταφορικό, ποιητικό, συνιστά μια πυραμίδα, μια  κλιμάκωση που ξεκινάει από το αντικειμενικό, την πληροφορία, για να εκτιναχθεί στο απολύτως υποκειμενικό, διευρύνοντας συνεχώς την διάσταση. Αυτή η προϊούσα διαδικασία  συντελεί στη δημιουργία ενός αφηγηματικού ρυθμού, μιας μουσικής που εκκινεί από χαμηλούς τόνους για να δυναμώσει σταδιακά και να επιβληθεί απολύτως σ’ εκείνον που την ακροάται. Είναι μια μορφή συγγραφικής σκηνοθεσίας που δεν συγχέεται με την συγγραφική σκηνογραφία, καθώς ο Τερζάκης δεν παρεμβαίνει στο σκηνικό, δεν το αλλοιώνει, αντίθετα το ενισχύει με ιστορικά, ανθρωπολογικά και μορφολογικά στοιχεία. Η συγγραφική σκηνοθεσία, μέσω των τεχνικών αφήγησης, είναι αυτή που  μετατρέπει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε λογοτεχνία. Είναι επίσης αυτή που επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τα αφηγήματα, εκτός από ταξιδιωτικές περιγραφές και πληροφορίες, ως μια μορφή μυητικής διαδικασίας στην οποία εμπλέκεται ο συγγραφέας και κάνει συμμέτοχο και τον αναγνώστη. 

            Οι διαδρομές λοιπόν του Τερζάκη κάνουν στάση σε  τόπους, σε ιστορίες, σε  πολιτισμούς, σε φυσικό περιβάλλον. Δεν ξεχνούν στιγμή βέβαια να περάσουν από την ζωή στον θάνατο, από τον έρωτα στη μοναξιά, από το μέσα στο έξω, από το πολιτικό στο ατομικό, από τη μαγεία στον ορθολογισμό… Δικαιολογημένα επομένως ο συγγραφέας αισθάνεται ότι η γλώσσα είναι φτωχή για να τα χωρέσει όλα. Προπάντων την απελπισία εκείνου που δεν μπορεί να κάνει τη ζωή του όπως τη θέλει.

Θέλω να τελειώσω την παρουσίαση των ταξιδιωτικών τού Φώτη Τερζάκη  με μια προσωπική του εξομολόγηση που την αντλώ από το ταξίδι του στο Μεξικό: «Νοσταλγώ τον καιρό που αυτοσχεδιάζαμε τα ταξίδια μας μέρα με την ημέρα. Ήμασταν πολύ νέοι, δεν είχαμε ακόμα εκτιμήσει το συντριπτικό  βάρος τού κόσμου και το αμετακίνητο των πραγμάτων, μετρούσαμε τις δεκάρες και υπολογίζαμε πόσο μακριά μπορούμε να φτάσουμε αύριο, τώρα, σε μια βδομάδα… Θέλαμε να κάνουμε όλες τις μεγάλες κατακτήσεις από την αρχή, για λογαριασμό μας, να συνοψίσουμε την ιστορία του κόσμου στα όρια της μικρής και αμελητέας ζωής μας, που φάνταζε άπειρη και με κάποιο τρόπο ήταν» (σελ. 41).