ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ – Κρίση των ιδεολογιών, αφύπνιση της σκέψης

Για τον Φώτη Τερζάκη έχω ξαναγράψει. Είναι ίσως ο πιο καλλιεργημένος και διεισδυτικός από τους νεότερους διανοητές τού χώρου που δεν ξέρω πώς να τον αποκαλέσω. Αντιεξουσιαστική αριστερά; Αντισυστημική αριστερά; Και οι δύο όροι χρησιμοποιούνται από εκφραστές αυτού του χώρου, αλλ’ αποτελούν πλεονασμούς. Η αριστερά είναι εξ ορισμού «αντισυστημική» και «αντιεξουσιαστική», αν και είναι αλήθεια ότι οι μεγάλες διαφοροποιήσεις των διαφόρων αριστερών σχημάτων στην στρατηγική ή ακόμα και σ’ επιμέρους τακτικές επιλογές κάνουν αυτό το «εξ ορισμού» να φαίνεται πολύ αόριστο για να γεννήσει αισθήματα ιδεολογικής συγγένειας και πολιτικές συνεργασίες. Από την άλλη, νομίζω πως ο πλεοναστικός (και κάπως πομπώδης) χαρακτήρας τέτοιων αυτοπροσδιορισμών καθρεφτίζει την προβληματική σχέση που έχει αυτό το κομμάτι της αριστεράς με την άσκηση πολιτικής, δηλαδή με την αντιμετώπιση συγκεκριμένων ζητημάτων που θέτει η τρέχουσα πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα.

            Ο Τερζάκης συνδυάζει τη μαρξιστική παιδεία του (διευρυμένη με τους μεταμαρξιστικούς προβληματισμούς τής Σχολής τής Φραγκφούρτης) με μια οξυδερκέστατη ανάγνωση της ιστορίας τής φιλοσοφίας, πολύ καλές γνώσεις θρησκειολογίας και ανθρωπολογίας και μια περιβαλλοντική σκέψη που, αντίθετα από τις όψιμες, επιπόλαιες και καιροσκοπικές οικολογικές ανησυχίες πολλών αριστερών, συναντάει τη μαρξιστική πολιτική ανάλυσή του σ’ ένα βαθύτερο και όχι πια μαρξιστικό φιλοσοφικό επίπεδο (εδώ μου φαίνεται πως διακρίνω επιρροές από τον σπουδαίο αγνοημένο ως πρόσφατα φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου). Από την άλλη, δεν παρασύρεται από φιλοσοφικές μόδες τού δεύτερου μισού τού εικοστού αιώνα, στις οποίες ενδίδουν πάμπολλοι αριστεροί διανοούμενοι, είτε από ακρισία (οι πιο ασήμαντοι) είτε για να φτιάξουν τα δικά τους αβανταδόρικα φιλοσοφικά υβρίδια. Ο Τερζάκης δεν είναι Ζίζεκ!

            Η διαβρωτική, πολιτικά διορατική κριτική τού Τερζάκη σε σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο πρωτότυπη πλευρά τού συγγραφικού έργου του. Στον ανά χείρας τόμο —συναγωγή σημειωμάτων του τής τρέχουσας δεκαετίας, συχνά συμπληρωμένων μ’ ένα ή δύο υστερόγραφα που τα τοποθετούν στο φως πολύ πρόσφατων εξελίξεων— η κριτική αυτή καλύπτει τα τρία πρώτα και το τελευταίο από τα δώδεκα κείμενα (δεκατρία, εάν συνυπολογίσουμε το παράρτημα για τον Δεκέμβρη του 2008). Ο Τερζάκης αρχίζει μ’ ένα κεφάλαιο που επιγράφεται «Η νέα φιλοσοφική δεξιά» κι επικεντρώνεται παραδειγματικά σε δύο βιβλία: Η γοητεία τού ανορθολογισμού τού Richard Wolin, μια ρηχότατη πραγματεία που επαινέθηκε άκριτα στην Ελλάδα, και το κάπως σοβαρότερο Οι Γνωστικοί. Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου του Micha Brumlik. Η εβραϊκή καταγωγή των δύο συγγραφέων (καναδοεβραίος ο πρώτος, γερμανοεβραίος ο δεύτερος) είναι πιθανό να επιφέρει στην κριτική τού Τερζάκη τη ρετσινιά τού αντισημιτισμού. Αλλά είναι τόσο μεγάλη η δόλια ευκολία με την οποία απονέμεται σήμερα αυτός ο χαρακτηρισμός και τόσο ευρύ το φάσμα των αποδεκτών του ώστε η σημασία του έχει γίνει ανάλογη με την αξία ενός υπερπληθωριστικού νομίσματος.

Στο απλουστευτικό, μανιχαϊστικό και ανιστορικό σχήμα τού Wolin (ορθολογισμός = καλό, ανορθολογισμός = κακό) ο Τερζάκης απαντά ότι ο πολιτικός ρόλος τού ορθολογισμού, όπως και του ανορθολογισμού, πρέπει να κρίνεται πάντα στα ιστορικά συμφραζόμενά του. Ο ορθολογισμός δεν είναι κάτι εξ  ορισμού και απροϋπόθετα προοδευτικό! Μας το δείχνει η ιστορία των καθεστώτων, των κοινωνικών συστημάτων, ακόμη και των ιδεολογικών συστημάτων. Ο Wolin, εξισώνοντας με τον σκοταδισμό οτιδήποτε του φαίνεται πως περιέχει σπέρματα ανορθολογισμού, επιχειρεί να δικαιώσει τη μόνη μορφή δημοκρατίας που αναγνωρίζει, τη «δημοκρατία» του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, όπου η πολιτική έχει υποταχθεί ολοκληρωτικά στην ασυδοσία τής αγοράς.

Ανάλογη είναι η περίπτωση του Brumlik (ο οποίος πρόσφατα εξάντλησε την ακαδημαϊκή επιρροή του για να εμποδίσει την κυκλοφορία στα γερμανικά ενός βιβλίου τού καναδού φιλοσόφου Ted Honderich, έντονα επικριτικού τόσο για τον νεοφιλελευθερισμό όσο και για την πολιτική τού Ισραήλ στο Παλαιστινιακό). Το βιβλίο τού Brumlik Οι Γνωστικοί αποπειράται να ερμηνεύσει τον δυτικό αντισημιτισμό κατατάσσοντας —απαξιωτικά— στο ρεύμα τού «γνωστικισμού» όλους τούς μεταφυσικούς και πολιτικούς στοχαστές τής Δύσης οι οποίοι, κατά την άποψή του, εξεγείρονται εναντίον ενός υπερβατικού πατέρα-δημιουργού (του Θεού των Ιουδαίων). Ο Τερζάκης δείχνει πως η, τραβηγμένη βέβαια από τα μαλλιά, επιχειρηματολογία τού Brumlik καταλήγει να αναγάγει σε θεολογικό ζήτημα —για την ακρίβεια, σε αίρεση— την οποιαδήποτε κριτική τού τεχνικοποιημένου (καπιταλιστικού) κόσμου, ο οποίος θεωρείται προέκταση της θείας δημιουργίας.

Το θέμα αυτό, του Νόμου-Θεού, γίνεται κεντρικός άξονας της οξύτατης κριτικής που ασκεί ο Τερζάκης, στα δύο επόμενα κεφάλαια, στον Λακάν και στον Λεβινάς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συζήτηση του έργου τού δεύτερου. Ο Λεβινάς είναι δημοφιλής σήμερα ανάμεσα στους πολιτικά ορθούς διανοούμενους, λόγω της έμφασης που δίνει στον Άλλον και στη σχέση ευθύνης μ’ αυτόν. Ο Τερζάκης δείχνει όμως, μέσ’ από μια εξαιρετική ανάλυση, ότι ο Άλλος, έτσι όπως τον αντιλαμβάνεται ο Λεβινάς, αντιπροσωπεύει την απόλυτη ετερότητα, που δεν μπορεί να γνωσθεί και μάλιστα δεν πρέπει καν να επιχειρήσουμε να το γνωρίσουμε, γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα θα ισοδυναμούσε με προσπάθεια οικειοποίησης. Έτσι, ο Άλλος γίνεται μια υπερβατική οντότητα, που έχει τα χαρακτηριστικά τού απρόσιτου ιουδαϊκού Θεού. Η ευθύνη απέναντι στον Άλλον αποκτά στη φιλοσοφία τού Λεβινάς το νόημα της υποταγής σ’ έναν υπερβατικό Νόμο, σ’ ένα ηθικό χρέος που δεν έχει θεσπιστεί από τους ανθρώπους και συνεπώς δεν επιδέχεται επαναδιαπραγμάτευση. Η σφοδρή κριτική τού Λεβινάς σ’ ολόκληρη τη δυτική φιλοσοφική παράδοση, που κατηγορείται για σφετερισμό τής Ετερότητας (επειδή δίνει προτεραιότητα στην οντολογία και τη γνωσιοθεωρία αντί στην ηθική), αναδιατυπώνει με πολιτισμικούς και κατ’ επέκταση πολιτικούς όρους την παλιά διαμάχη Αθήνα-Ιερουσαλήμ. 

Ο διάλογος του Τερζάκη με τον Καστοριάδη για το ζήτημα της αθηναϊκής δημοκρατίας καλύπτει το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, αλλά μου φαίνεται πρόσφορος ως γέφυρα προς τις καθαυτό πολιτικές αναλύσεις των ενδιάμεσων ενοτήτων. Ο Τερζάκης αντιτείνει στον Καστοριάδη ότι η άμεση δημοκρατία δεν είναι ελληνική επινόηση, γιατί τη συναντάμε σε πολλές φυσικές («πρωτόγονες») κοινότητες· η ελληνική συμβολή ήταν η εννοιοποίηση της δημοκρατίας (αλλά, θα παρατηρήσω εγώ, αυτή η εννοιολογική επεξεργασία είχε μεγαλύτερη ιστορική βαρύτητα απ’ όσο φαίνεται διατεθειμένος να δεχθεί ο Τερζάκης. Η αληθινή ελληνική πρωτοτυπία ήταν κατά τον Τερζάκη, που εδώ ακολουθεί ρητά τον Παπαϊωάννου, μια διονυσιακή, μη υπερβατική αντίληψη του ιερού, ενός τρομερού και συνάμα προστατευτικού επέκεινα, που αντιστοιχεί στον όρο φύσις. Από αυτή την ιδιαίτερη εκδοχή τής ιερότητας πηγάζουν η έννοια της ύβρεως και το αισθητικό βίωμα του τραγικού, που διαχωρίζει τον παγανιστικό αρχαιοελληνικό κόσμο από την ευρωπαϊκή Δύση τής νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού.

Η αποϊεροποίηση της φύσης και η στυγνή καθυπόταξή της, με τις ολέθριες επιπτώσεις που έχουμε ήδη αρχίσει να βιώνουμε σήμερα, είναι ένα από τα δύο πιο ενδιαφέροντα σημεία στο κατηγορητήριο που απαγγέλλει ο Τερζάκης εναντίον του σύγχρονου, τεχνικοποιημένου καπιταλισμού (τα υπόλοιπα είναι αυτά που θα περίμενε κανείς από έναν αριστερό σχολιαστή, αν κα διατυπώνονται με ιδιαίτερα συνεκτική επιχειρηματολογία και πραγματολογική πληρότητα). Το άλλο είναι η εγγενής ροπή τού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού προς τον ολοκληρωτισμό, η οποία εκφράζεται με την εισβολή και την επιβολή τής αγοράς, ιδίως μέσω της πολιτισμικής βιομηχανίας και των προηγμένων μεθόδων τού μάρκετιν, σε περιοχές τής ανθρώπινης ψυχής που ο παραδοσιακός καπιταλισμός δεν είχε αποικιοποιήσει. Κι εδώ επίσης έχουμε αρχίσει αν βιώνουμε τις συνέπειες, πολιτικές αυτή τη φορά, της νεοφιλελεύθερης εξαλλαγής τού συστήματος.

Δύο μόνο στοιχεία σε αυτό το βιβλίο με αφήνουν σκεπτικό. Το ένα είναι το εξής. Ο Τερζάκης δεν θεωρεί απλώς, όπως οι κλασικοί τού μαρξισμού, ότι υπήρξε ένα προϊστορικό αταξικό στάδιο των ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και δέχεται μια «αγαθή» ανθρώπινη φύση, με ενδιάθετη τάση προς την ισότητα, τη συμπόνια, κτλ., η οποία φύση αλλοτριώθηκε από τα ιστορικά συστήματα εξουσίας κι εκμετάλλευσης, με αποκορύφωμα τον καπιταλισμό. Βλέποντάς το από τη σκοπιά τού παλαιοανθρωπολόγου τουλάχιστον, δεν βρίσκω ενδείξεις για μια τέτοια φύση, μάλλον για το αντίθετο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει ν’ αποδεχθούμε την κοινωνική ανισότητα ως μοίρα που όρισε η φύση μας, γιατί στα γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης είναι και η τάση προς την υπέρβαση. Μόνο που η κοινωνική ισότητα, αν ποτέ επιτευχθεί ή έστω προσεγγιστεί, δεν θα είναι η αποκατάσταση της φυσικής τάξης πραγμάτων, αλλά μια μάλλον ασταθής και διαρκώς απειλούμενη ισορροπία.

Το δεύτερο είναι κάτι που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τούς διανοητές τής «αντισυστημικής αριστεράς». Ενώ η κριτική που ασκούς στο σύστημα και στους ιδεολογικούς απολογητές του είναι πειστικότατη, ενώ αποκαλύπτουν λειτουργίες του, συχνά αντιφατικές, τις οποίες οι τελευταίοι αποκρύπτουν ή αδυνατούν να διακρίνουν, η διαλεκτική τους σταματά μπροστά το «δια ταύτα». Αποκλείουν τη δυνατότητα της εκ των έσω διάβρωσης του συστήματος από δυνάμεις που το ίδιο παράγει (αυτό δηλαδή που γινόταν πάντοτε στην ιστορία των κοινωνικών καθεστώτων). Αντί γι’ αυτήν οραματίζονται, στην εντελώς ειδική, υποτίθεται, περίπτωση του καπιταλισμού, αν όχι την άμεση ανατροπή του, τουλάχιστον την κρίσιμη αποσταθεροποίησή του, είτε με την «κινηματική δράση» περιθωριακών κοινωνικών ομάδων είτε με την αντίσταση κάποιων πολιτικών καθεστώτων στην αφομοίωσή τους από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση – παραβλέποντας ότι η όποια ανατρεπτική λειτουργία τέτοιων καθεστώτων τείνει προς μια αλλαγή τελείως διαφορετική από την επιθυμητή γι’ αυτούς (και για μένα). Έτσι, όμως, η πολιτική αφήνεται στα χέρια των διαχειριστών τού συστήματος ή όσων το αντιμάχονται από πρωτόγονες, πραγματικά σκοταδιστικές θέσεις.

Ελευθεροτυπία/«Βιβλιοδρόμιο», 26-27 Σεπτεμβρίου 2009.