Η δεύτερη συνέπεια είναι ειδικότερα οικονομική. Εάν παρά ταύτα ο επιδιωκόμενος προγραμματισμός σε κάποιον βαθμό αποτύχει (και είναι αναπόφευκτο ν’ αποτύχει, δεδομένου του πλήθους των αστάθμητων παραγόντων που υπεισέρχονται σε μια διαδικασία εξαρτώμενη από τη δράση ζωντανών ανθρώπων), εάν μάλιστα η αποτυχία αυτή ενισχυθεί από μία άλλη απρόβλεπτη συνιστώσα, την απότομη πτώση του ποσοστού απόδοσης των φυσικών πόρων εξαιτίας της εντατικής υπερεκμετάλλευσης, τότε η κατάρρευση που επέρχεται είναι γρήγορη και εκρηκτική. Αυτή είναι η ταυτότητα της παρούσας κρίσης. Όσο καταστροφικά και αν είναι τ’ αποτελέσματά της, ενόψει των παραπάνω δεν τολμάει κανείς να σκεφθεί τί θα είχε συμβεί εάν δεν είχε υπάρξει κρίση να ανακόψει μια τέτοια διαδικασία! Εν πάση περιπτώσει, αυτή η ολέθρια στρατηγική αποικιοποίησης του χρόνου σε μεγάλο βάθος, η αντιστροφή των κλασικών σχέσεων χρηματοοικονομικού-παραγωγικού κεφαλαίου, αν θέλετε, είναι η ερημωτική απόληξη του νεοφιλελευθερισμού, λένε πολλοί. Σωστά· δεν εξηγούν όμως γιατί αναδύθηκε ο νεοφιλελευθερισμός και επιβλήθηκε ως κυρίαρχο οικονομικό δόγμα από τη δεκαετία του ’80 και ύστερα. Ολοφάνερα, ήταν αποτέλεσμα της γενικευμένης εφαρμογής του αυτοματισμού στην εργασία, η οποία γέννησε δομική ανεργία μεγάλης κλίμακας και σηματοδότησε την απαρχή μιας ολόκληρης αλυσίδας κρίσεων που κορυφώνονται ακριβώς στη σημερινή. Το ερώτημα που τέθηκε με οξύ τρόπο τότε ήταν: μείωση της εργασίας και αύξηση του ελεύθερου χρόνου για όλους, ή αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων εις βάρος ενός μεγάλου τμήματος της εργατικής δύναμης που θα πρέπει ν’ αποκλειστεί στο εξής από την εργασία (και την αγορά); Η απάντηση των κεφαλαιοκρατικών ελίτ ήταν ανενδοίαστα η δεύτερη, υπολογίζοντας ότι η αύξηση της παραγωγικότητας που θα προερχόταν από το πάγιο κεφάλαιο (τις «έξυπνες» μηχανές) υπεραντιστάθμιζε την απώλεια ενός μέρους της αγοραστικής δύναμης η οποία θα χανόταν με την εξόντωση (οικονομική, άρα φυσική) ενός ολόκληρου τμήματος της κοινωνίας – που τότε χαρακτηριστικά υπολόγιζαν στο «ένα τρίτο». Έτσι γεννήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός. Όμως η «κοινωνία των δύο τρίτων» αποδείχθηκε ότι μειωνόταν εκθετικά (τα δύο τρίτα των δύο τρίτων, ύστερα τα δύο τρίτα των νέων δύο τρίτων, κοκ.) καθώς παρήγε αυξανόμενο αποκλεισμό και περιθωριοποίηση, με αποτέλεσμα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 να έχουμε την πρώτη μεγάλη ύφεση που έμοιαζε δομικά μ’ εκείνη του 1929 (μολονότι κανείς τότε δεν το έλεγε): κρίση υπερπαραγωγής λόγω της πτώσεως των δυνατοτήτων απορρόφησης από την αγορά. Το 1930 έλυσαν το πρόβλημα μέσ’ από το κεϋνσιανό εύρημα των «κοινωνικών παροχών» – τις αναδιανεμητικές στρατηγικές του λεγόμενου κράτους προνοίας. Το 1990 η νεοφιλελεύθερη σοφία επινόησε αντ’ αυτού τη στρατηγική του ιδιωτικού δανεισμού: έτσι μπήκαμε στην τελευταία σπείρα του σημερινού λαβυρίνθου.
Μπορούμε ακόμα και να βρούμε το σπέρμα της κριτικής του Μαρξ μέσα στις «οικονομικές» παρατηρήσεις του Αριστοτέλη, ο οποίος διέβλεψε νωρίς τους κινδύνους που κρύβονται στην αυτονόμηση της παραγωγής-προς-ανταλλαγή (δηλαδή, σαν να λέμε, της ανταλλακτικής αξίας) από την αυτοπαραγωγή (την αξία χρήσης, αντίστοιχα).Η έννοια της πράξεως στον Αριστοτέλη διαφύλασσε τη συνοχή του πεδίου που λέμε ηθικοπρακτικό, και αυτό περιελάμβανε τρεις αδιαχώριστες λειτουργίες: την παραγωγή των αναγκαίων για την επιβίωση του οίκου (οικονομία), την ελεύθερη διαβούλευση των εκπροσώπων των οίκων που απαρτίζουν την πόλιν (πολιτική) και τη διαρκή ερωτηματοθεσία περί του ήθους, δηλαδή του έλλογου πράττειν μέσα στις έτσι συγκροτούμενες ανθρώπινες συλλογικότητες (ηθική). Την κορυφαία επανεπεξεργασία της ηθικοπρακτικής σφαίρας στη νεώτερη εποχή χρωστάμε αναμφίβολα στον Ιμμάνουελ Καντ ––Κριτική του Πρακτικού Λόγου–– που ακόμα γίνεται αδιερώτητα δεκτή ως πηγή κάθε άξιας του ονόματός της ηθικής νομοθεσίας. Δεν σκεφτόμαστε όμως να αναζητήσουμε τις αρχές των οικονομικών μας συμπεριφορών εκεί. Γιατί; Διότι βεβαίως έχει γίνει υπόρρητα δεκτή η αυτονομία του οικονομικού πεδίου και των αρχών του. Εκείνο που συνήθως παραβλέπεται, όμως, είναι ότι η ηθική νομοθεσία του Καντ και η αρχή της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας δεν είναι δύο ανεξάρτητα πράγματα: αντιβαίνουν ευθέως το ένα στο άλλο, και αν δεχθούμε το ένα από τα δύο οφείλουμε να απορρίψουμε πλήρως το άλλο. Θυμίζω μόνον ότι το θεμέλιο της ηθικής στον Καντ απορρέει από την αυτονομοθετική ικανότητα του Λόγου, η οποία αποκρυσταλλώνεται σε μιαν a priori κατηγορική προσταγή. Ο Καντ μας δίνει τρεις εναλλακτικές (και συμπληρωματικές) διατυπώσεις της: 1) Πράττε έτσι ώστε η υποκειμενική αρχή της βουλήσεώς σου να μπορεί πάντοτε να ισχύει ταυτοχρόνως ως αρχή μιας καθολικής νομοθεσίας. 2) Πράττε έτσι ώστε ο υποκειμενικός νόμος της πράξης σου να ισχύει ως καθολικός νόμος της ηθικής φύσης. 3) Πράττε έτσι ώστε, στο πρόσωπό σου όσο και στους άλλους, να μεταχειρίζεσαι την ανθρώπινη φύση ως αυτοσκοπό, ποτέ ως μέσον (υπογράμμιση δική μου).
Δεν θα συζητήσω εδώ βέβαια τα ευρύτερα προβλήματα της καντιανής ηθικής νομοθεσίας. Περιορίζομαι αποκλειστικά στην τρίτη διατύπωση της κατηγορικής προσταγής, η οποία μου φαίνεται μάλιστα ως γενετική ρίζα των προηγούμενων δύο. Σύμφωνα με το κριτήριο που προσάγει ο Καντ, ηθική δεν μπορεί να λογίζεται καμία πράξη εφόσον καθιστά ένα ανθρώπινο πρόσωπο μέσον προς οιονδήποτε ιδιοτελή σκοπό: η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου όντος, η χρήση του ως εάν ήταν πράγμα, είναι από ηθική σκοπιά εντελώς απαγορευμένη – επειδή υποβιβάζει την ανθρώπινη υπόσταση γενικά, στο πρόσωπο εκείνου που υφίσταται τον υποβιβασμό αλλά όχι λιγότερο και στο πρόσωπο αυτού ο οποίος τον διενεργεί, στερώντας της εκείνη την αυτονομοθετική ελευθερία χωρίς την οποία η ίδια η ηθική σφαίρα δεν μπορεί να συσταθεί (δηλαδή, δεν έχει κανένα νόημα). Με άλλα λόγια, η πραγμοποίηση (Verdinglichung στον Μαρξ) είναι μια διαδικασία που επεκτείνεται μολυσματικά σε ολόκληρο το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, εγκλωβίζοντας στην απανθρωποποιητική λογική της τόσο τους δρώντες όσο και τους κατ’ αρχάς υφιστάμενους τη δράση τους. Και θέλω αμέσως να εξαγάγω τις επιπτώσεις αυτής της διατύπωσης στα πεδία της πολιτικής και της παραγωγικής δραστηριότητας. Στο πολιτικό πεδίο, θα λέγαμε, ο πολίτης απαγορεύεται να γίνεται αντιληπτός ως υπήκοος, δηλαδή αντικείμενο μιας εξωτερικής νομοθεσίας, αλλά ως πηγή νομοθεσίας ο ίδιος μέσ’ από καθολική συμμετοχική διαβούλευση· στο πεδίο της παραγωγής, ο παραγωγός απαγορεύεται να γίνεται αντιληπτός ως πράγμα, δηλαδή μετρήσιμη εργασιακή δύναμη η οποία αγοράζεται και μεταπωλείται, αλλά ως δημιουργός αξίας ο ίδιος υποκείμενης στους δικούς του αυτόνομα επιλεγμένους σκοπούς. Έτσι διαβασμένη, η καντιανή ηθική νομοθεσία μπορεί να προσαχθεί ως αμετάκλητη απονομιμοποίηση τόσο των σύγχρονων μορφών κράτους όσο και του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής εν γένει. Τίποτα λιγότερο δεν αρκεί, πιστεύω, για τη διάσωση της ανθρωπότητας σήμερα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Εναλλακτικές Εκδόσεις (Αθήνα 2008), μετ.-πρόλ. Χριστίνα Σταματοπούλου. Ο Jean-Claude Michéa ανήκει στην ομάδα MAUSS, παιγνιώδες αρκτικόλεξο του Mouvement Anti-Utilitariste dans les Sciences Sociales [Αντι-Ωφελιμιστικό Κίνημα στις Επιστήμες του Ανθρώπου] που τιμά τον μεγάλο ανθρωπολόγο Marcel Mauss, στις θεωρίες του οποίου για το «δώρο» ως καθολική μορφή της ανταλλαγής στις πρώιμες κοινωνίες εδράζεται η μετωπική τους αντιπαράθεση στη φιλελεύθερο οικονομικό ιδεολόγημα του ανεπτυγμένου αστικού κόσμου. Η κριτική του κινήματος, που αποτελεί έναν από τους πιο ριζοσπαστικούς πυρήνες στη γαλλική πολιτική σκηνή σήμερα, επεκτείνεται στον οικονομισμό, στην εργαλειακή ορθολογικότητα, στον ανταγωνιστικό ατομικισμό, τον καταναλωτικό ευδαιμονισμό και την «πρόοδο» εν γένει και προωθεί τη ριζική ιδέα της αποανάπτυξης έναντι των αδιεξόδων της κεφαλαιοκρατικής παγκοσμιοποίησης. Κατά ευτυχή σύμπτωση, μόλις εκδόθηκε στα ελληνικά και ένα από τα πλέον βαρυσήμαντα έργα της ομάδας, γραμμένο από τον οικονομολόγο και ιδρυτικό στέλεχος της Επιθώρησης Mauss Serge Latouche, με τίτλο Το στοίχημα των απο-ανάπτυξης, μετ. Χριστίνα Σαρίκα (Βάνιας: Θεσσαλονίκη 2008).
- Στα Πολιτικά Α, 8-11 (Ζαχαρόπουλος: Αθήνα χ.χ., εισαγ.-μετ.-σχόλια: Παναγής Λεκατσάς). Για έναν εκτενέστερο σχολιασμό του ζητήματος, βλ. το δοκίμιό μου «Οικονομία ή οικολογία; Κριτική της κοινωνίας της αγοράς και η πρόκληση της οικονομικής ανθρωπολογίας», στο Φώτης Τερζάκης, Αποσπάσματα μιας φιλοσοφίας της φύσης (Futura: Αθήνα 2003), ιδίως σελ. 210-13.
- Στα ελληνικά, βλ. Ιmmanuel Kant, Κριτική του Πρακτικού Λόγου, εισαγ.-μετ.-παρατηρήσεις: Μιχαήλ Φ. Δημητρακόπουλος (Ιδιωτ. έκδ.: Αθήνα 2004). Για τις ανάγκες του σχολιασμού που ακολουθεί, βλ. ιδίως «Περί των θεμελιωδών αρχών του καθαρού πρακτικού λόγου», σελ. 27-67.
[Από το Κρίση και ιδεολογίες στην αυγή του 21ου αιώνα (futura: Αθήνα 2009)]



