Συνέντευξη που δόθηκε στην ΕΥΡΙΔΙΚΗ ΚΟΒΑΝΗ στις 24 Αυγούστου 2017, με την ευκαιρία της παρουσίασης του ταξιδιωτικού Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2015-16) στη Ρόδο, και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Λωτός 101 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2017).

 

ΕΥΡΙΔΙΚΗ ΚΟΒΑΝΗ: Γιατί θέλετε να ταξιδεύετε; Και γιατί συνεχίζετε να ταξιδεύετε;

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ: Για να φεύγω από τον εαυτό μου, για να δραπετεύω από τη φυλακή τού εγώ μου και της υποτιθέμενης ταυτότητάς μου. Δεν λέω, φαντάζομαι, κάτι πρωτάκουστο: είναι το ίδιο κίνητρο που έσπρωξε αναρίθμητους ανθρώπους μέχρι σήμερα στην εξερεύνηση του ανοίκειου, στην περιπέτεια και στον θάνατο· το ίδιο πράγμα που αναζητάει κανείς στον έρωτα, στα ναρκωτικά, ή και σε ακραίες θρησκευτικές εμπειρίες… Από μία άποψη θα μπορούσες να πεις ότι το ταξίδι είναι μια συγκεκαλυμμένη επιδίωξη θανάτου, μια μεταφορική αυτοκτονία, που είναι καταδικασμένη να επαναλαμβάνεται ατελέσφορα· από μία άλλη, είναι μια υπερβολή τής δίψας για ζωή – μια λαχτάρα να ζήσεις ταυτόχρονα όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές, σε παράλληλους χρόνους…

Τέτοιου είδους κίνητρα, πολύ συγγενικά με το αίσθημα του εγκλωβισμού και της απόγνωσης, νομίζω ότι μ’ έσπρωξαν στο ταξίδι – και κατά βάθος γι’ αυτό πιστεύω ότι συνεχίζω να ταξιδεύω… Σε πιο εξωτερικά, πιο επιφανειακά επίπεδα υπάρχει βέβαια το διαρκές θέλγητρο της γνώσης, που στη δική μου περίπτωση δεν είναι καθόλου μικρό: το να δω από κοντά, με τα ίδια μου τα μάτια, να ψηλαφίσω και να οσμιστώ όλα εκείνα τα πράγματα στα οποία από παιδί ταξιδεύω μέσ’ από τα βιβλία, τις μουσικές, τις κινηματογραφικές ταινίες – τα απίστευτα σαγηνευτικά πρόσωπα της γης, την ανεξάντλητη ποικιλία των πολιτισμών, τις αναρίθμητες όψεις τού ανθρώπινου. 

Ε.Κ. Πριν από κάθε ταξίδι μελετάτε την ιστορία, τη θρησκεία, τα ήθη κι έθιμα του τόπου που θα επισκεφτείτε; Και τί άλλο σας ενδιαφέρει να μάθετε προτού επισκεφτείς κάθε τόπο;

Φ.Τ. Ναι, υπάρχει πολύ διάβασμα, και πριν και μετά. Σε σχέση με το ταξίδι, όπως και κάθε άλλη σημαντική εμπειρία της ζωής, δεν πρέπει να πέφτουμε θύματα αυτού που λέω «η φενάκη τής αμεσότητας». Η στιγμή τής συνάντησης είναι βέβαια η συγκινησιακά πιο φορτισμένη, αλλά το τί θα δεις πραγματικά, και το τί ως εκ τούτου θα νιώσεις, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τί ήδη ξέρεις και το πόσο έχεις σκεφτεί πάνω σε αυτό. Πάρα πολλοί άνθρωποι σήμερα, ιδίως από τις εύπορες τάξεις τού Πρώτου Κόσμου, ταξιδεύουν πολύ, αν όμως ζητήσεις να σου αφηγηθούν την εμπειρία τους εντυπωσιάζεται από τη φτώχεια της, από το πόσο λίγα πράγματα έχουν δει και καταλάβει!

Πολλή δουλειά άλλωστε χρειάζεσαι και μετά: πρέπει να αποκρυπτογραφήσεις αινιγματικά σημεία, να συνδέσεις φαινομενικά ανεξάρτητα κομμάτια, να φέρεις στο φως εκείνο που δεν προσφέρεται άμεσα στο μάτι, την ιστορία ας πούμε αυτού που βλέπεις μπροστά σου και η οποία τού δίνει το πλήρες νόημά του – πράγματα όλα που απαιτούν μελέτη, απόσπαση δηλαδή από την αισθητηριακή αμεσότητα.

Ε.Κ. Γράφετε, στοχάζεστε, μεταφράζετε και διδάσκετε: φιλοσοφία, αισθητική, πολιτική θεωρία, κοινωνική ανθρωπολογία, θρησκειολογία, λογοτεχνία, κ.ά. Μήπως όλο αυτό το βάρος τής γνώσης που κατέχετε σας επηρεάζει ή σε προϊδεάζει στα ταξίδια σου γενικά ή στον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζεις;

Φ.Τ. Οπωσδήποτε με προϊδεάζει και μ’ επηρεάζει, και καθορίζει το πώς προσεγγίζω έναν τόπο και το τί θα δω εκεί. Το τρομακτικό και ταυτόχρονα γοητευτικό με την πραγματικότητα είναι ότι είναι αβυθομέτρητη: βλέπεις πάντα ένα μικρό κομμάτι της μόνο, μεγαλύτερο ή μικρότερο και πολύ διαφορετικό κατά περίπτωση, ανάλογα με το ποιος είσαι, τί ερωτήματα της απευθύνεις και με ποια ματογυάλια την κοιτάς.   

Ε.Κ. «Σε μια εποχή μεγάλης ασφάλειας κάθε γόνιμη ζωή θα αναχωρεί γι’ άλλα μέρη, είτε πρόκειται για τις εξωτικές χώρες, είτε για το μεθύσι ή για τον θάνατο» αναφέρει ο Ernst Jünger σε μία από τις προμετωπίδες που έχετε βάλει στα Αντίδρομα. Σήμερα ο κόσμος μετακινείται για διάφορους λόγους, είτε για να γνωρίσει τον κόσμο που τον περιβάλλει, είτε για να ξεφύγει από την πείνα, τη φτώχεια, τον πόλεμο, την ερημοποίηση. Πώς κρίνετε αυτό το φαινόμενο;

Φ.Τ. Το αν ταξιδεύεις μπουχτισμένος από την υπερβολική «ασφάλεια», ή ταξιδεύεις για να βρεις την ελάχιστη εκείνη ασφάλεια που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει μια ζωή που ν’ αξίζει το όνομά της, είναι δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες. Η μετανάστευση δεν είναι ταξίδι· και η εξαναγκασμένη μετανάστευση είναι ένα από τα πιο θλιβερά φαινόμενα της εποχής μας, μέτρο τού σε ποιον βαθμό έχει γίνει ο κόσμος μια αφιλόξενη κατοικία για τον άνθρωπο εξαιτίας ενός βαμπιρικού πολιτισμού που τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην άβυσσο.

Υποθέτω πώς δεν είναι εδώ ο τόπος για μια πολιτική ανάλυση του φαινομένου· να πω μόνον ότι οι δύο αυτές κραυγαλέα αντίθετες εμπειρίες είναι ταξικά μοιρασμένες: το ταξίδι είναι υπόθεση εκείνων που είχαν την τύχη να είναι ανάμεσα στους ευνοημένους τού πλανήτη, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούν, διότι προϋποθέτει έναν ελάχιστο βαθμό υλικής ασφάλειας, απ’ όπου μπορείς να φύγεις και –δυνητικά τουλάχιστον ή κατ’ ευχήν– να επιστρέψεις· η μετανάστευση είναι συνθήκη των στερημένων και των καταληστευμένων αυτού τού κόσμου, και είναι ένα ενέργημα απόγνωσης χωρίς προβλεπόμενη έκβαση. Από εδώ προκύπτει κι ένα είδος κρυφής ενοχής, που είναι αναπόφευκτη σήμερα, του ταξιδιώτη.

Ε.Κ. Με ποιο κριτήριο διαλέγετε τις χώρες στις οποίες κάθε φορά θα ταξιδέψετε; Παρατηρώ ότι αποφεύγετε κάπως τη Βόρεια Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, δηλαδή τις μεγάλες δυνάμεις που σήμερα στοχεύουν να εξαφανίσουν την ανθρωπότητα. Ίσως όμως και άλλες χώρες (τις οποίες έχετε ήδη επισκεφτεί), όπως π.χ. η σημερινή Ινδία ή η Μέση Ανατολή να ήταν για σας απρόσιτες τώρα;

Φ.Τ. Σωστά το παρατηρείτε, μολονότι έχω επισκεφθεί στοιχειωδώς τις περισσότερες χώρες τής Ευρώπης και τις ΗΠΑ… Η αλήθεια ότι σήμερα τις αποφεύγω, και δεν είχα ως τώρα ισχυρό κίνητρο να γράψω γι’ αυτές (αν και έχω τετράδια κρατημένων σημειώσεων απ’ όπου μπορεί να προκύψουν κάποια πιο ολοκληρωμένα κείμενα στο μέλλον). Νιώθω βαθύτατη πλέον απέχθεια για τον δυτικό πολιτισμό, και μισώ από τα βάθη τής καρδιάς μου την Ευρώπη και τη Β. Αμερική για την αρπακτικότητα, την εγκληματική τους γεωπολιτική και τη σιχαμερή τους υποκρισία. Εξ άλλου, ακόμα και δίχως την ένταση αυτών των συναισθημάτων, η Ευρώπη (και η Β. Αμερική) είναι κατά έναν τρόπο ο «δικός μου» κόσμος, κουλτούρα και πολιτισμός, οπότε το θέλγητρο της εξερεύνησης –είτε το δει κανείς από την υπαρξιακή πλευρά τής φυγής από τον εαυτό, είτε από τη γνωστική πλευρά τής ανθρωπολογικής και γεωγραφικής μελέτης– είναι πολύ μειωμένο… Ξαναλέω, δηλαδή, ότι το ταξίδι έχει τόσο μεγαλύτερη αξία για μένα όσο μακρύτερα μπορεί να με πάει απ’ οτιδήποτε μου είναι οικείο.

Τώρα, αν μου είναι απρόσιτες πλέον περιοχές όπως η Ινδία και η Μέση Ανατολή… δεν ξέρω. Η Ινδία είναι πάντα προσιτή (το αν χειροτερεύει απ’ όλες τις απόψεις είναι άλλο θέμα), και πολλά μέρη τής Μέσης Ανατολής είναι ακόμα επισκέψιμα. Φυσικά όχι όλα: νιώθω τυχερός, ας πούμε, που πρόλαβα να γνωρίσω τη Συρία λίγο πριν εκραγεί, και την Υεμένη που δεν ξέρω πότε και αν θα μπορέσουμε να την ξαναδούμε... Είναι αλήθεια πάντως ότι ολόκληρος ο κόσμος χειροτερεύει ραγδαία, πράγμα που όποιος ταξιδεύει τις τελευταίες δεκαετίες το νιώθει στο πετσί του, και δεν έχει να κάνει μόνο με ό,τι κοινώς λέμε επικινδυνότητα… Δεν χρειάζεται άλλωστε να φύγεις από την Ελλάδα για να το νιώσεις αυτό.

Ε.Κ. Τί είναι αυτό που περισσότερο απ’ όλα απολαμβάνετε στα ταξίδια σας;

Φ.Τ. Την πρώτη εβδομάδα μετά την επιστροφή!

Ε.Κ. Υπήρξαν κάποιες καθοριστικές στιγμές-σταθμοί στη ζωή σας ή άνθρωποι που σας επηρέασαν, σας ενέπνευσαν και που τελικά σας βοήθησαν να διαμορφώσετε τη δική σας κοσμοαντίληψη;

Φ.Τ. Ναι, βέβαια, και καθοριστικές στιγμές –οι στιγμές των μεγάλων αποκαλύψεων και των κρίσιμων επιλογών, που έρχονται συνήθως απρόσμενα, εκεί που έχεις ολοκληρώσει έναν μεγάλο κύκλο αδιεξόδων– και άνθρωποι που με ενέπνευσαν, με την έννοια ότι μου υπέδειξαν –με το παράδειγμά τους, όχι με άλλον τρόπο– νέους δυνατούς κόσμους και περιοχές να βαδίσω… Δεν θα έλεγα όμως ότι τους οφείλω την κοσμοαντίληψή μου: αυτή τη διαμόρφωσα νωρίς στη ζωή μου, βασικά μόνος, και παραμένει γεγονός ότι οι πιο καθοριστικοί μου δάσκαλοι ήταν άνθρωποι τους οποίους δεν γνώρισα ποτέ προσωπικά, αλλά μέσ’ από τα βιβλία.