Καπιταλισμός, τεχνοεπιστήμη, ιατρική: Το άρρηκτο πλέγμα

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που η πραγματικότητα γίνεται ένα ατέρμονος εφιάλτης για τους ανθρώπους που είναι πιασμένοι μέσα της· και μια σε τέτοια πραγματικότητα είμαστε εγκλωβισμένοι τούτη τη στιγμή. Δεν χρειάζεται να πω ότι αντιμετωπίζουμε τον μεγαλύτερο πολιτικό κίνδυνο που γνωρίσαμε στη ζωή μας – ακόμη και οι μεγαλύτεροι από μας που πρόλαβαν να ζήσουν στα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας. Διότι από μια δικτατορία, ακόμη και από την κόλαση του ναζιστικού κράτους, υπήρχε οδός διαφυγής: δραπέτευση, εξορία, μετοικεσία… Είναι ο αποκλεισμός αυτής της δυνατότητας σήμερα που κάνει τη συγκυρία μοναδική στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτή η πρόβα παγκόσμιας διακυβέρνησης, η αστραπιαία διεθνοποίηση των ροών εντολής και υπακοής, σηματοδοτεί μια στιγμή θανάσιμου ιστορικού κινδύνου: την ολοκληρωτική μετάλλαξη του παγκόσμιου καπιταλισμού, για την οποία κάποιοι μιλάμε εδώ και χρόνια, αλλά ελάχιστα αυτιά ήταν πρόθυμα ν’ ακούσουν.

 Δυστυχώς, δεν νομίζω ότι όσα επιβάλλονται τούτη τη στιγμή με το πρόσχημα της «πανδημίας» είναι παροδικά μέτρα ανάγκης, αλλά prova generale του μόνου μοντέλου υπό το οποίο μπορεί να αναπαραχθεί πλέον ο καπιταλισμός στο σημερινό στάδιο της ανάπτυξής του. Άλλωστε, η λογική των μέτρων αυτών έχει προηγηθεί και συνεχίζει να αναπτύσσεται σε ένα σωρό παράλληλες λειτουργίες που δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το υγειονομικό ζήτημα: η ηλεκτρονική παρακολούθηση, τα βιομετρικά δεδομένα, ο έλεγχος των συναλλαγών μέσω της χρήσης πλαστικού χρήματος και κάρτας, η διαδικτυοποίηση των εργασιακών αλλά όλο και περισσότερο επίσης των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι πραγματικότητες που δεν περίμεναν μια επιδημία για να εφαρμοστούν, και οι οποίες θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται ακόμη και όταν τα πιο ακραία από τα έκτακτα μέτρα θα έχουν αρθεί (παρότι βέβαια οι τεχνικές που δοκιμάστηκαν στη διάρκειά τους θα τις επιταχύνουν και θα τις ενισχύσουν). Εκείνο που πρέπει κυρίως να καταλάβουμε —θα έπρεπε ήδη να το έχουμε καταλάβει από την τρίτη δεκαετία του εικοστού αιώνα— είναι ότι ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν ένα «ιστορικό ατύχημα», ούτε το σχέδιο που συνέλαβαν κάποια διεστραμμένα μυαλά, αλλά η αναγκαία και αναπότρεπτη συνέπεια του ίδιου τού καπιταλισμού, το ανώτατο στάδιο ανάπτυξής του – και, για να επαναλάβω ακόμα μία φορά τη χιλιοειπωμένη φράση του Μαξ Χορκχάιμερ, όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, καλά θα έκανε να σωπαίνει και για τον ολοκληρωτισμό. 

 Και όταν μιλάμε για καπιταλισμό, μιλάμε ήδη για τεχνοεπιστήμη. Ο καπιταλισμός υπήρξε από την πρώτη στιγμή, πάνω απ’ όλα, ένα γιγάντιο τεχνοεπιστημονικό εγχείρημα που βασίστηκε στην απεριόριστη κινητοποίηση φυσικών και ανθρώπινων πόρων, επαναστατικοποιώντας τις τεχνικές της παραγωγής, του πολέμου και της διαχείρισης των πληθυσμών – πράγμα που σημαίνει, άνευ προηγουμένου εργαλειοτεχνική καθυπόταξη της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής φύσης, μετατροπή του ανθρώπου και του φυσικού κόσμου, έμβιου και άβιου, σε απεριόριστο παραγωγικό απόθεμα. Από αυτή η απαίτηση προέκυψε η μεγάλη επιστημονική επανάσταση του δέκατου έβδομου αιώνα που μεταμόρφωσε τόσο ριζικά τον κόσμο μας, και μέρος της ίδιας αυτής επανάστασης, βέβαια, ήταν η ίδια η νεωτερική, δυτική ιατρική – η βιοϊατρική, όπως λέμε σήμερα. Αν ιατρική είναι η μεταφορά τής πολιτικής αυτής στον ίδιο τον άνθρωπο, νοούμενον ως μέρος τού φυσικού κόσμου που πρέπει να δαμαστεί και να κυριαρχηθεί, είναι εύκολο να αντιληφθεί κάποιος τις ολέθριες συνέπειες του εγχειρήματος: πραγμοποίηση του ανθρώπου, ολική αναγωγή του σε «αντικείμενο» επί του οποίου μπορούν να ασκηθούν ανεμπόδιστες διαχειριστικές ή διορθωτικές παρεμβάσεις. Χωρίς την «ανθρωπιστική» ρητορεία που είθισται να συνοδεύει την άσκηση της ιατρικής στις φιλελεύθερες κοινωνίες μας, αυτό είναι ακριβώς το όνειρο κάθε ολοκληρωτισμού: η απεριόριστη χειραγώγηση του ανθρώπινου υλικού και η διάπλασή του σύμφωνα με τη βούληση μιας ιθύνουσας ομάδας που γνωρίζει επειδή κυβερνά και κυβερνά επειδή γνωρίζει. Υποστηρίζω ακριβώς ότι, καταρχήν και ανεξαρτήτως του ιδιάζοντος πολιτικού περιβάλλοντος εντός τού οποίου ασκείται η δυτική ιατρική, έχει μια βαθύτερη, δομική συγγένεια με τον ολοκληρωτισμό στις πολιτικές του μορφές· και όταν ιστορικές συγκυρίες το απαιτήσουν με το πρόσχημα της «εκτάκτου ανάγκης», η εκλεκτική τους συγγένεια ωθεί στην πραγμάτωση του πιο εφιαλτικού ιστορικού σεναρίου που μπορεί κάποιος να φανταστεί: ολόπλευρη ταύτιση της ιατρικής με την πολιτική εξουσία, ανηλεής χρήση μιας ανθρώπινης «ύλης» στερημένης από κάθε υποκειμενικότητα και αυτοκαθορισμό. Ενός τέτοιου ιστορικού σεναρίου γίναμε μάρτυρες για πρώτη φορά στον εικοστό αιώνα, στην πρακτική μιας πολιτικής μορφής που λειτούργησε ως πηγή και μοντέλο για την ίδια την έννοια του ολοκληρωτισμού: του γερμανικού ναζισμού.

Το πείραμα των ολοκληρωτισμών τού εικοστού αιώνα όχι μόνο δεν έληξε, όχι μόνο δεν ήταν μια ιστορική παρένθεση στην εξέλιξη των φιλελεύθερων κοινωνιών τής κεφαλαιοκρατικής αγοράς, αλλά στάθηκε απεναντίας προάγγελος των πολιτικών μορφών που οι κοινωνίες αυτές μπορούν να αναπτύξουν σε συνθήκες δομικής κρίσης τους – όπως αυτή που βιώνουμε εξακολουθητικά εδώ και λίγες δεκαετίες. Το μάθημα του ολοκληρωτισμού διαχέεται σε όλο το εύρος τού ανεπτυγμένου καπιταλιστικού και ψηφιακά τεχνικοποιημένου κόσμου και η προσφυγή στις στρατηγικές του γίνεται περίπου μονόδρομος για τις κυρίαρχες ελίτ των οποίων η επικράτηση απειλείται όχι πλέον από μαζικές επαναστατικές αναταράξεις (που δεν λείπουν οπωσδήποτε, αλλά είναι απελπιστικά διεσπαρμένες και αδύναμες σε σύγκριση με το μεγαλύτερο μέρος τού εικοστού αιώνα) αλλ’ από τις ίδιες τις ανεπίλυτες δομικές αντιφάσεις του. Και ανάμεσα σε αυτές τις στρατηγικές, τον πιο κρίσιμο ρόλο έχει ίσως εκείνη που περιγράφουμε —που έχει περιγραφεί από πολλούς— ως ταύτιση της ιατρικής με την πολιτική εξουσία.

 Είναι κοινός τόπος πλέον να πούμε ότι στον εικοστό αιώνα η ιατρική έχει αναλάβει λειτουργίες που άλλοτε επιτελούσε η θρησκεία. Αντίστοιχα, το να αμφισβητεί κάποιος την ορθότητα και το κύρος τής κατεστημένης ιατρικής αντιμετωπίζεται όχι μόνον ως διανοητικό σκάνδαλο αλλά και ως ευθέως αντικοινωνική πράξη, ως ενέργεια που θέτει σε κίνδυνο τη συλλογική ασφάλεια και ως εκ τούτου δραστηριότητα —υπό όρους— κολάσιμη. Είναι τέτοια η φύση των επενδύσεων, ψυχικών, υλικών και συμβολικών, που οι κοινωνίες μας έχουν κάνει στην ιατρική, τέτοιος ο βαθμός συμπλοκής της με τις στρατηγικές διακυβέρνησης στην εποχή τού υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού με τη χαρακτηριστική του ροπή σε άρση των φιλελεύθερων δημοκρατικών διαμεσολαβήσεων, που μια σοβαρή αμφισβήτηση των ιατρικών αντιλήψεων και πρακτικών σήμερα εγκυμονεί κινδύνους ανάλογους με την αμφισβήτηση του εκκλησιαστικού δόγματος από την ανερχόμενη επιστήμη στα χρόνια τής Αναγέννησης – και ιδίως της Αντιμεταρρύθμισης.

 Όσοι επιχειρούμε ν’ αντισταθούμε σήμερα σε αυτή την παγκόσμια εκστρατεία υγειονομική τρομοκράτησης και ιατρικοποίησης του κοινωνικού ελέγχου, δεν φτάνει να επικαλούμαστε μια δικαιωματική ρητορική, που είναι βέβαια αυτονόητη μέσα στις νεωτερικές φιλελεύθερες δημοκρατίες (με ή χωρίς εισαγωγικά).  Ούτε μόνο να επικαλούμαστε στοιχεία και στατιστικές για ν’ αποδείξουμε το ασύστατο του φημολογούμενου κινδύνου – πράγμα έχει ασφαλώς αξία κι έχει ήδη γίνει από ένα έντιμο κομμάτι της επιστημονικής κοινότητας. Πρέπει να προχωρήσουμε σε μια ριζική κριτική των ίδιων των επιστημολογικών αξιωμάτων πάνω στα οποία οικοδομήθηκε όλη η νεωτερική δυτική ιατρική. Κριτικές στις υπερβολές, στην αναποτελεσματικότητα, σε λογικά σφάλματα είτε σε αθέμιτες πολιτικές χρήσεις τής ιατρικής έχουν ασκηθεί οπωσδήποτε πολλές στις ημέρες μας, και από το εσωτερικό τού ιατρικού κόσμου. Εκείνο που είναι ωστόσο δυσκολότερο να εκριζωθεί είναι η πεποίθηση πως η δυτική ιατρική είναι κατά κάποιον τρόπο «πιο αληθινή» από τις άλλες. Το κυριότερο επιχείρημα γι’ αυτό είναι κατά βάθος η παγκόσμια επικράτησή της. Οι περισσότεροι απασχολούμενοι σήμερα στον θεσμοποιημένο τομέα υγείας (υγειονομικές υπηρεσίες, ιδιωτικά ιατρεία, ιατρικά κέντρα ή νοσοκομεία) θα διαμαρτυρηθούν ότι η σύγχρονη ιατρική και χειρουργική μόνον επιπόλαια θα μπορούσε να θεωρηθεί επηρεασμένη από τον πολιτισμό των εθνών τής Δύσης όπου για πρώτη φορά αναπτύχθηκε: όταν ασκείται στο Μεξικό, στην Ιαπωνία ή στη Ζιμπάμπουε —όπως και ασκείται σήμερα— είναι πάντα, και παραμένει, βιοϊατρική. Παραβλέπουν προφανώς τον βαθμό στον οποίον ο πολιτισμός τής Δύσης έχει επιβληθεί παγκοσμίως εν πρώτοις με την αποικιακή κατάκτηση κι εν συνεχεία με τη βίαιη υπαγωγή των παγκόσμιων κοινωνιών στην καπιταλιστική αγορά (το φαινόμενο που παλαιότερα ονομάζαμε «ιμπεριαλισμό» και σήμερα «κεφαλαιοκρατική παγκοσμιοποίηση»)· και, μαζί με αυτόν, επιβλήθηκε μοιραία η τεχνολογία και τα συστήματα γνώσης του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι έχει εξαλειφθεί οριστικά η πολιτισμική ετερογένεια, όμως ο βαθμός υβριοδιοποίησης που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των μη δυτικών πολιτισμών είναι μέτρο τής αποσάθρωσης που αυτοί υφίστανται υπό την επιβολή ενός ηγεμονικού πολιτισμικού μοντέλου.

 Εδώ θα μπορούσαμε εξάλλου να υποδείξουμε μιαν αναλογία στο επίπεδο των πολιτικών θεσμών. Η υιοθέτηση ενός ορισμένου τύπου κοινοβουλευτισμού επικράτησε ως κυρίαρχη μορφή διακυβέρνησης στην πλειονότητα των εθνών-κρατών που προέκυψαν από την αποαποικιοποίηση των δεκαετιών τού ’60 και του ’70. Είναι αυτό συνέπεια κάποιου εξελικτικού πλεονεκτήματος της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» ή μήπως προϊόν επιβολής, ως το προσφορότερο εργαλείο υπαγωγής στην παγκόσμια αγορά, εκ μέρους ενός διεθνούς διακρατικού συστήματος από το οποίο παραμένουν εξαρτημένα τα έθνη αυτά κι εντός τού οποίου διεκδικούν μια θέση; Και σημαίνει αυτό άραγε πως οι παραδοσιακές μορφές πολιτικής οργάνωσης έχουν εξαφανιστεί – ή μήπως επιβιώνουν σε ποικίλους βαθμούς διαπλοκής με το εδραιωμένο πολιτικό μοντέλο κάτω από την κρούστα ενός εύθραυστου κοινοβουλευτισμού;

 Ακόμα στις ημέρες μας είναι ζωντανές στην παγκόσμια περιφέρεια θεραπευτικές πρακτικές ριζικά διαφορετικές από αυτές που συνιστούν τη μοντέρνα βιοϊατρική ορθοδοξία, οι οποίες έχουν πανάρχαιη καταγωγή. Οι θεραπευτικές αντιλήψεις και πρακτικές τού αρχαίου, μεσαιωνικού και ανατολικού κόσμου είναι βέβαια ποικίλες, πολύ διαφορετικές στις λεπτομέρειές τους και, παρά τις πολλές διαφαινόμενες συγγένειες τους, δεν μπορούν να αναχθούν σε μια ενιαία φιλοσοφική κοσμοαντίληψη – ούτε κι έχουμε τον χρόνο να τις περιδιαβούμε λεπτομερώς εδώ. Υπάρχει ωστόσο κάτι αξιοπρόσεκτα κοινό σε όλες αυτές, κάτι το οποίο επρόκειτο ν’ αλλάξει μόνο με την «επιστημονική» ιατρική που γεννήθηκε μετά την καρτεσιανή ρήξη του δέκατου έβδομου αιώνα. Πρόκειται για έναν τριπλό δεσμό που παραμένει σε όλες τις εκδοχές τους άρρηκτος:

 α) δεσμός ομολογίας ανάμεσα στη σωματική (ή «αντικειμενική») και την ψυχική (ή «υποκειμενική») διάσταση·

β) δεσμός αλληλόδρασης ανάμεσα στον οργανισμό και το περιβάλλον·

γ) δεσμός αμοιβαιότητας ανάμεσα στον πάσχοντα και τον θεραπευτή.

 Αυτόν τον τριπλό δεσμό διέρρηξε οριστικά η νέα, μετα-γαλιλαϊκή και μετα-καρτεσιανή ιατρική, και από αυτή τη ρήξη προέκυψαν οι θεμελιώδεις αντιλήψεις και πρακτικές που θεωρούνται επιστημονικές και διαποτίζουν ολόκληρο το μοντέρνο κλινικό πεδίο. Η καρτεσιανή ρήξη οριοθέτησε με καινούργιο τρόπο το πεδίο άσκησης μιας «επιστημονικής» ιατρικής: το ανθρώπινο σώμα, νοούμενο ως αυτοτελή φυσικό μηχανισμό, καθαρμένον από κάθε συγκινησιακή και περιβαλλοντική παράμετρο, για την περιγραφή τού οποίου —όπως και κάθε άλλου υλικού σώματος— αρμόδια ήταν η νευτώνεια φυσική. Δηλαδή, μια μηχανική τού σώματος (ανεξαρτήτως βαθμού πολυπλοκότητας του μοντέλου που κατασκευάζει γι’ αυτό το σώμα: φυσικοχημικό, βιοχημικό είτε βιοκυβερνητικό είναι από την άποψη που συζητάμε το ίδιο, όσο οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είναι εξίσου μηχανές με τις τροχαλίες και τα ρολόγια)· μηχανική σύμφωνα με την οποία η «θεραπεία» νοείται ως διορθωτική παρέμβαση σε έναν δυσλειτουργικό και κατά το μάλλον ή ήττον παθητικό μηχανισμό, τον οποίον πρέπει να επαναποδώσει το συντομότερο δυνατόν στην παραγωγή. Κύρια αρετή της μηχανής είναι η αποδοτικότητα, και αυτή ακριβώς είναι που έχει αναχθεί σε κριτήριο «υγείας» του καπιταλιστικά εξημερωμένου ανθρώπινου σώματος.

 Αν σήμερα, με πρόσχημα μια κοινή και ελάχιστα επικίνδυνη επιδημία, είμαστε όλοι αιχμάλωτοι στα χέρια τού ολοκληρωτικού κράτους που στο όνομα της δημόσιας υγείας αντλεί το δικαίωμα να μετατρέψει ολόκληρη την κοινωνία σ’ ένα υγειονομικά ελεγχόμενο Άουσβιτς, υπάρχει κάτι το οποίο έχει προαναγγείλει, όπως εγώ τουλάχιστον το βλέπω, αυτό που συμβαίνει τώρα: τα δρακόντεια μέτρα κατά του καπνίσματος σε ολόκληρο τον κόσμο· μια αληθινή διωκτική παράνοια που μεταβάλλει τον δημόσιο χώρο σε ένα είδος λοιμοκαθαρτηρίου, εμπεδώνει ανήκουστες τεχνικές ελέγχου τού σώματος και των φυσικών μας λειτουργιών, μας καθιστά όλους υπόλογους σε μια διάχυτη εξουσία, η οποία πολλαπλασιάζει τα μέσα επέμβασης και εκβιασμού ανά πάσα στιγμή προς όλους, καλλιεργεί τον χαφιεδισμό και την επιτήρηση, διαθέσιμη τελικά για οιονδήποτε κατασταλτικό σκοπό. Το ότι το κράτος ή γενικά μια δημόσια αρχή έχει το δικαίωμα να ορίσει πώς θα διαχειριστούμε το σώμα μας, πώς θα ζήσουμε ή θα πεθάνουμε, να αφαιρέσει δηλαδή τον οιονδήποτε βαθμό κυριότητάς μας πάνω στις ίδιες τις ζωτικές μας λειτουργίες, είναι το ακραίο σημείο που μπορεί να φτάσει η χειραγώγηση των πληθυσμών, κάτι που μόνο τα πιο στυγερά ολοκληρωτικά καθεστώτα τόλμησαν στο παρελθόν – και που άλλωστε συνάντησαν, τότε, αποφασισμένες αντιστάσεις τουλάχιστον από μια μερίδα ανθρώπων διόλου ευκαταφρόνητη. Τα κόμματα της Αριστεράς που ψήφισαν και ψηφίζουν αυτούς τους νόμους δεν έχουν διδαχθεί άραγε από την ιστορική τους πείρα ότι όσο περισσότερες απαγορεύσεις επιβάλλονται στον δημόσιο βίο, τόσο περισσότερο γίνονται οι κοινωνίες ευεπίφορες στην αστυνόμευση και στην καταστολή, τους καρπούς των οποίων θα δρέψουν εντέλει σ’ εκείνες τις δραστηριότητες που θεωρούνται ως οι πιο επικίνδυνες πολιτικά για τα εδραιωμένα συμφέροντα; 

 Δεν ξέρω αν αυτά φαίνονται άσχετα με το ζήτημα που μας απασχολεί τούτη τη στιγμή, αλλά θέλω ακριβώς να τονίσω τη συνέχεια που υπάρχει σε αυτά τα πράγματα, το πώς έχουν προδιαμορφωθεί εκείνες οι στάσεις και διαθέσεις που κάνουν τους πληθυσμούς καλούς αγωγούς στη χειραγώγηση, μέχρι το σημείο που δεν υπάρχει πλέον επιστροφή. Και σήμερα φαίνεται ότι πλησιάζουμε πολύ αυτό το σημείο. Το αδιανόητο και το πιο τρομακτικό είναι το πώς οι άνθρωποι καταλήγουν ν’ αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τέτοιες μορφές ανελέητης καταστολής – και μάλιστα να νιώθουν ευγνώμονες και προστατευμένοι…! Το κλειδί είναι ολοφάνερα η μαγική υποβολή που ασκεί η ιδέα τής «δημόσιας υγείας»: όταν η δημόσια υγεία είναι το πρόσχημα, όλες οι αντιστάσεις παραλύουν, οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να υποστούν οτιδήποτε και παγώνουν ακόμη και οι πιο στοιχειώδεις λογικές λειτουργίες. Κανείς δεν αναρωτιέται, ας πούμε, πόσα και ποια κριτήρια της υγείας υπάρχουν και ποιο σε κάθε περίπτωση επιλέγουμε, πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος που κάθε φορά προβάλλεται και για ποιον, από ποιον προβάλλεται και για ποιους πιθανούς λόγους, ποιος ο συγκριτικός βαθμός επικινδυνότητας ανάμεσα στην εκάστοτε σεσημασμένη «απειλή» και σε άλλες πρακτικές οι οποίες θεωρούνται «κανονικές» και συνεχίζονται αδιατάρακτα στις κοινωνίες μας…  Και αυτή η υπνωτική υποβολή που ασκεί η ιδέα τής «δημόσιας υγείας» διασφαλίζει την πιο επίφοβη απ’ όλες τις εξουσίες, αληθινή μάστιγα των νεωτερικών μας κοινωνιών και την πιο ασφαλή οδό προς τον ολοκληρωτισμό: την ιατρική εξουσία ως κατεξοχήν εργαλείο τής πολιτικής.

 Για τη θεωρητική σύλληψη αυτού έχει προ πολλού επιστρατευθεί μία έννοια που ακούγεται όλο και συχνότερα στις συζητήσεις των ημερών: η έννοια της βιοπολιτικής, η οποία κατασκευάστηκε ακριβώς να περιγράψει τις ιδιότυπες μορφές ολοκληρωτισμού που ανατέλλουν στις δυτικές κοινωνίες ήδη από τα μέσα τού εικοστού αιώνα, αλλά της ιλιγγιώδους επιτάχυνσής τους γινόμαστε μάρτυρες ακριβώς σήμερα. Αναλόγως τού από ποια πλευρά τη φωτίζει κάποιος, δηλώνει την ιατρικοποίηση της πολιτικής επιτήρησης —κυριολεκτικά, την εισβολή τού κράτους στο ανθρώπινο σώμα— είτε την ανάληψη αστυνομικών λειτουργιών και εξουσιών από το ιατρικό επάγγελμα· με τον ίδιον τρόπο, αίρει τους φραγμούς ανάμεσα στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές όψεις τής εξουσίας.

 Θέλω να γίνει σαφές ότι με όσα λέω εδώ για τον κατασταλτικό ρόλο τής ιατρικής δεν αντιτίθεμαι στην «πολιτικοποίηση της ιατρικής» γενικώς, όπως λένε καλή τη θελήσει κάποιοι, αλλά σε μια ορισμένη, πειθαρχική πολιτική λειτουργία της· και πιστεύω ακράδαντα την ίδια στιγμή ότι μια ιατρική όντως θεραπευτική ενέχει κατ’ ανάγκη μια ορισμένη πολιτική διάσταση, χειραφετησιακή και απελευθερωτική. Διότι στην πραγματικότητα η έννοια «πολιτική» χρησιμοποιείται με δύο πολύ διαφορετικές σημασίες στη συζήτηση: όταν εγώ μιλώ για πολιτική εννοώ την έλλογη δράση των ανθρώπων με στόχο την κατανόηση των κοινωνικών όρων τής ύπαρξής τους και την ανάπτυξη αυτονομίας απέναντι σε μορφές θεσμοποιημένου καταναγκασμού· η έννοια της πολιτικής που ενέχεται στον όρο «βιοπολιτική» —και απηχεί δυστυχώς τον τρόπο με τον οποίον γίνεται κοινώς αντιληπτή η πολιτική σήμερα— πάσχει από μια κρίσιμη αλλοίωση της καταγωγικής σημασίας της, κατ’ ουσίαν συρρικνωμένη στην τεχνική έννοια διακυβέρνηση. Αποφασιστική σημασία έχει για το επιχείρημά μου η μία έννοια της πολιτικής να αντιταχθεί στην άλλη: να ανακτήσουμε την πραξεολογική ενάντια στην τεχνική διάσταση σημαίνει ακριβώς να ασκήσουμε την πολιτική ενάντια στη διακυβέρνηση. Μόνο με αυτή την έννοια γίνεται κατανοητό πώς η τρέχουσα βιοπολιτική εξαλείφει ουσιαστικά την πολιτική σφαίρα – πράγμα που, δεν χρειάζεται να το πω, συνιστά αναγνωριστικό γνώρισμα κάθε ολοκληρωτισμού.

 Να μην πιστέψουμε λοιπόν ότι το πρόβλημα είναι τάχα οι πολιτικές χρήσεις τής ιατρικής, ως εάν η ίδια ήταν ένα ουδέτερο εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί με καλό ή με κακό τρόπο, για καλούς είτε για κακούς σκοπούς. Οι πολιτικές σημασίες για τις οποίες μιλώ και οι οποίες διακυβεύονται στην άσκηση της ιατρικής δεν ανάγονται κατ’ αρχήν σε προθέσεις —οι οποίες είναι βεβαίως σημαντικές σ’ ένα δεύτερο επίπεδο— αλλά είναι ενθηκευμένες στο ίδιο το επιστημολογικό μοντέλο, δηλαδή στη μορφή τής εκάστοτε ιατρικής. Αν μια ιατρική μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όργανο καταστολής, πρέπει να είναι κατασκευασμένη και με ανάλογο τρόπο. Η συζήτηση που θέλω ν’ ανοίξω αφορά πρωτίστως αυτό το βαθύτερο επίπεδο, τα ιατρικά μοντέλα και τις πολιτικές σημασίες που είναι εγγεγραμμένες στη δομή τους, τις οποίες πρέπει να φέρουμε στο φως και να καταστήσουμε ρητές – και μόνο δευτερευόντως, εν είδει προέκτασης των πρώτων, τις πολιτικές χρήσεις τής ιατρικής και τον εγκληματικά κερδοσκοπικό χαρακτήρα των φαρμακευτικού καρτέλ και της βιομηχανίας υγείας. Αν μου επιτρέπεται να εκφραστώ κάπως χονδροειδώς —και θα το κάνω, γιατί με αναγκάζει η άρνηση τόσο πολλών ευφυών ανθρώπων να δουν το αυτονόητο— η καθιερωμένη ιατρική είναι πάντα δεξιά, ακόμη και όταν ασκείται από αριστερούς και με τις ανθρωπιστικότερες προθέσεις γιατρούς. Στο επίπεδο που μιλάμε, λοιπόν, η πολιτική αντιπαράθεση παίρνει τη μορφή μιας διαμάχης για το ποια ιατρική – που σημαίνει επίσης, πώς σημασιοδοτούμε την αρρώστια, τη θεραπεία, την υγεία.

 Προσυνοψίζοντας κατά κάποιον τρόπο τη θέση μου, θα υποστηρίξω ότι η καρδιά τής αντιμαχίας των θεραπευτικών προσεγγίσεων στον σύγχρονο κόσμο έγκειται στο πώς θα σηματοδοτήσουμε κεντρικά την αρρώστια: είτε ως εξωγενή εισβολή είτε ως κατάρρευση της έμφυτης ανοσοποιητικής ικανότητας. Η βαρύτητα της απάντησης είναι τεράστια· διότι από την οπτική που θα υιοθετηθεί απορρέουν άκρως διαφορετικές, και δραματικά αποκλίνουσες, θεραπευτικές στρατηγικές, με ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο στη ζωή τού ατόμου όσο και στη ρύθμιση της κοινωνίας. Εν πρώτοις, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει —το έχουν ήδη ρωτήσει κάποιοι—, γιατί πρέπει να διαλέξουμε; Μήπως έχουμε εδώ απλώς δύο συμπληρωματικές οπτικές γωνίες, που πρέπει να συνεκτιμηθούν ώστε να δράσουμε με τον προσφορότερο κατά περίπτωση τρόπο, ή και συνδυασμένα; Από την άποψη αυτή το δίλημμα μοιάζει με τις γνωστές παιγνιώδεις Gestalt εικόνες: αναλόγως ποιο από τα δύο χρώματα (μαύρο ή άσπρο) θα εκλάβουμε ως μορφή και ποιο ως φόντο, μπορούμε να δούμε είτε δύο αντικριστά πρόσωπα είτε ένα δισκοπότηρο. Σ’ ένα τυπικό επιστημολογικό επίπεδο είναι πράγματι έτσι. Ωστόσο, δεν υπάρχει τυπικό επιστημολογικό επίπεδο αμόλυντο από την πράξη. Το πρώτο που έχω ν’ απαντήσω είναι ότι, πάντως, δεν μπορούμε να δούμε και τα δύο ταυτόχρονα· η μία οπτική αποκλείει συστατικά την άλλη. Το δεύτερο είναι ακόμη σοβαρότερο. Το πώς θα διαβάσουμε μια εικόνα έχει ελάχιστες περαιτέρω συνέπειες· στο κάτω-κάτω μπορούμε σε δεύτερο χρόνο να την διαβάσουμε αντίστροφα, και σε τρίτο χρόνο να συνθέσουμε τις ξεχωριστές αισθητηριακές μας αντιλήψεις σε μια κατανόηση της δομής της. Μια σηματοδότηση της αρρώστιας όμως έχει τεράστιες επιπτώσεις, επειδή εξουσιοδοτεί δράσεις ανυπολόγιστου βεληνεκούς με μη αναστρέψιμες συνέπειες, κάνοντας de facto αδύνατη την εναλλαγή οπτικής σε δεύτερο χρόνο – δηλαδή, δεν υπάρχει «δεύτερος χρόνος» (τουλάχιστον σε ατομικό επίπεδο, και κάποιες φορές σε κοινωνικό επίσης)… 

 Αν είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέξουμε λοιπόν χρειαζόμαστε ένα κριτήριο. Και το κριτήριο αυτό είναι κατ’ ανάγκη πολιτικό, με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου: αφορά σε τελευταία ανάλυση την πολιτική έναντι της φύσης που είμαστε διατεθειμένοι ν’ ασκήσουμε, συνυπολογίζοντας και όλες τις επιπτώσεις της στον ατομικό και συλλογικό βίο. Αν βλέπουμε την αρρώστια σαν εξωγενή εισβολή που πρέπει να καταπολεμηθεί, αυτό προφανώς εξουσιοδοτεί έναν αδίστακτο πόλεμο κατά της φύσης, στον οποίον το πρώτο που προορίζεται να πέσει είναι το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Εάν τη βλέπουμε σαν κατάρρευση της άμυνας του οργανισμού, απεναντίας, αυτό μας ωθεί να συνεργαστούμε με τη φύση για την ενίσχυσή του, κι εξουσιοδοτεί περαιτέρω μια δράση πάνω στα κοινωνικά αίτια της δυστυχίας η οποία οδηγεί στην ανθρώπινη αποδυνάμωση, ψυχική και σωματική ταυτόχρονα. Πίσω από τα θεραπευτικά μας διλήμματα κρύβεται σε τελευταία ανάλυση η εναλλαγή αυτονομία ή ετερονομία – και είναι το μόνο κριτήριο στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε αναμφίλογα για την εκλογή θεραπευτικής στάσης. Και να επιλέξουμε τη αυτονομία σημαίνει επίσης, να εμπιστευθούμε τη φύση.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε συνεπώς για μια θεραπευτική συναρμόσιμη με μια ριζοσπαστική οικολογική σκοπιά· και μοντέλα μιας τέτοιας θεραπευτικής μάς προσφέρουν πολλές από τις λεγόμενες (ελλείψει καλύτερου όρου) «εναλλακτικές θεραπείες» που διεκδικούν μεγάλο μερίδιο δημοτικότητας στις ημέρες μας. Δεν χρειάζεται να τις κατονομάσω εδώ.[1] Είναι όμως δείκτης μιας βαθιάς θεραπευτικής μεταπολίτευσης που σοβεί πίσω από τις κατεστημένες ιατρικές πρακτικές, τις φαινομενικά κυρίαρχες – μεταπολίτευση που μοιάζει, μπροστά στην αυξανόμενη απογοήτευση από το ισχύον βιοϊατρικό μοντέλο και το ευρύτερο επιστημολογικό παράδειγμα απ’ όπου αυτό αντλεί την ισχύ του, να ξαναβρίσκει, σε έναν παράδοξο ιστορικό κύκλο, δεσμούς μ’ εκείνες τις μακραίωνες θεραπευτικές αντιλήψεις και την πρακτική τους σοφία που το μοντέλο αυτό απέκλεισε. Είναι ένα χώρος ακόμα ρευστός που χαρακτηρίζεται από μεγάλη κινητικότητα και ανομοιογένεια, στον οποίον συχνά παρεισδύουν φαινόμενα γραφικότητας και ανευθυνότητας, δεν χρειάζεται να το πω, δίνοντας αφορμή για μια εκ του πονηρού απαξίωσή του εν συνόλω. Θεωρώ ότι πρέπει να γίνει ένα ουσιαστικό ξεκαθάρισμα που θα καταστήσει σαφές τί πραγματικά πολύτιμο συνεισφέρει, μιλώντας πάντα σε επίπεδο επιστημολογικών μοντέλων και βαθιάς δομής, ανεξάρτητα από την αξιολόγηση προσώπων, προθέσεων και ικανοτήτων. Πρέπει όμως επίσης εδώ να δηλώσω εκ προοιμίου πως αντιτίθεμαι σε μια ορισμένη ρητορική που ενδημεί σε αυτούς τους κύκλους —που ενδημεί δυστυχώς και σε μεγάλο μέρος τού οικολογικού φάσματος— και είναι αυτό που ονομάζουμε ιδεολογία τού υγιεινισμού. Αντιτίθεμαι στον πουριτανικό και κρυπτο-ασκητικό της χαρακτήρα, που μοιάζει να έχει απορροφήσει ανυποψίαστα μεγάλες δόσεις των αντίπαλων αξιών δίνοντας καταφανή εκλογίκευση σε ψυχαναγκαστικά και ναρκισσιστικά άγχη, και είναι αυτό ακριβώς που την κάνει συναρμόσιμη μ’ ένα κομφορμιστικό lifestyle αφομοιώσιμο δίχως τριγμούς από την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων (και συμπληρωματικό τής «πολιτικής ορθότητας» που έχει μεταβάλει μεγάλο μέρος των κάποτε ριζοσπαστικών κινημάτων σε αβλαβή κατοικίδια). Το έχω ξαναπεί, η οικολογία δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, «υγιεινισμός»· οφείλει να είναι επίμονος, ασυνθηκολόγητος αντικαπιταλιστικός αγώνας, μια επίμοχθη προσπάθεια να ελευθερώσουμε τη φύση και την ανθρώπινη εργασία από τους μηχανισμούς τής εμπορευματικής «αξιοποίησης», προϋπόθεση για οιαδήποτε νοητή, ατομική ή συλλογική, έννοια αξιοπρέπειας και αυτονομίας. Και αυτού ειπωθέντος, πρέπει να θυμόμαστε ότι κανείς δεν μπορεί να είναι ποτέ υγιής μέσα σε μιαν άρρωστη κοινωνία· κάθε θεραπευτική, οσηδήποτε σοφία κι αν την διαπνέει, αργά ή γρήγορα θα προσκρούσει σ’ ένα ανυπέρβλητο όριο – τον τρόπο που είναι δομημένη η κοινωνία, η οποία υποβάλλει αδιάκοπα το άτομο στο ασφυκτικό δίλημμα: προσαρμογή ή θάνατος! Αυτό μοιάζει να σημαίνει ότι κάθε καλώς εννοούμενη θεραπεία δεν μπορεί, από ένα σημείο και πέρα, να συνεχιστεί παρά ως κάποιου είδους επαναστατική δράση (με όλη τη συνακόλουθη διακινδύνευση, που κάποτε είναι αληθινή ρουλέτα με τον θάνατο). 

 



[1] Το κάνω στο υπό έκδοσιν βιβλίο μου, Ιατρική – Πολιτική: μια φιλοσοφική και ανθρωπολογική ματιά σε δύο αντιμαχόμενες θεραπευτικές αντιλήψεις στον σύγχρονο κόσμο (εκδ. Αλήστου Μνήμης), όπου συζητώ εκτενώς τα μοντέλα της φροϋδικής ψυχανάλυσης, των λεγόμενων υπαρξιακών ψυχοθεραπειών, της ραϊχικής βιοενεργειακής θεραπευτικής, της ομοιοποθητικής και του βελονισμού – σε μια μακροϊστορική σύγκριση με μορφές σαμανικής-πνευματοληπτικής καταληψίας, αλλά και με θεραπευτικές αντιλήψεις του αρχαιοελληνικού, του μεσαιωνικού, του ινδικού και του απωανατολικού κόσμου.