Η συζήτηση για τον αντισημιτισμό στους κύκλους του Ινστιτούτου της Φραγκφούρτης και το σημερινό σιωνιστικό πρόβλημα

 

ΤΟ ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΟ ΑΡΘΡΟ «Oι Εβραίοι και η Ευρώπη» («Die Juden und Europa») του Max Horkheimer γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1939, και δημοσιεύθηκε την ίδια χρονιά στο περιοδικό του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών, το Zeitschrift für Sozialforschung,1 που ο εξόριστος τότε στη Νέα Υόρκη κύκλος της Φραγκφούρτης συνέχιζε να εκδίδει στα γερμανικά. Θύματα του ναζιστικού αντισημιτισμού και οι ίδιοι, μέσα σε συνθήκες καταδίωξης και εξορίας αφιέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών τους στην κατανόηση και την καταπολέμηση του ολοκληρωτικού φαινομένου που εξαπλωνόταν ραγδαία στην Ευρώπη. Μία στιγμή πριν από το ξέσπασμα του μεγάλου πολέμου, ο Horkheimer δοκιμάζει εδώ να ακτινογραφήσει τον χαρακτήρα του ναζιστικού κράτους στη Γερμανία και τη φύση της ναζιστικής ιδεολογίας, μία επιμέρους όψη τής οποίας είναι ο αντισημιτισμός. Είναι εντυπωσιακό ότι, παρά τον τίτλο του, το άρθρο αναφέρεται στους Εβραίους μόνο στις τελευταίες λίγες σελίδες, αφού έχει προηγουμένως αναλύσει πολύ πιο εξαντλητικά τη δομή της ναζιστικής οικονομίας, τις λειτουργίες του νέου κράτους και πάνω απ’ όλα τη ουσιώδη συνέχεια της ολοκληρωτικής τάξης πραγμάτων με τον αστικό φιλελευθερισμό. Αυτό είναι και το σπουδαιότερο δίδαγμα που επιφυλάσσει η διορατική και ασυμβίβαστη σκέψη του Horkheimer στους αμήχανους αστούς αντιφασίστες του καιρού του: «Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει επίσης να μιλάει και για τον φασισμό». Και χωρίς την επίγνωση του τί ακριβώς είναι εκείνο που διακυβεύθηκε στην καρδιά της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, κάθε συζήτηση περί αντισημιτισμού θα ήταν κενό ιδεολόγημα, ουμανιστική ηθικολογία χωρίς έμπρακτο αντίκρυσμα. «Όποιος θέλει να εξηγήσει τον αντισημιτισμό είναι υποχρεωμένος να αναφερθεί στον εθνικοσοσιαλισμό», λέει η πρώτη φράση του δοκιμίου.

Σκοπός αυτής της εισαγωγής δεν είναι να συνοψίσει εκ των προτέρων εκείνα που μπορεί ο αναγνώστης να διαβάσει μέσα στο ίδιο το βιβλίο. Αυτό που θα ήθελα είναι άλλο, και έχει δύο όψεις. Πρώτον, να εντάξω το κείμενο του Max Horkheimer σε μια ευρύτερη συζήτηση από την οποία φωτίζονται διάφορες πτυχές του, συζήτηση μέσα στον ίδιο τον κύκλο της Φραγκφούρτης αλλά και με έναν εξέχοντα θεωρητικό πρόγονό της τον οποίον ο συγγραφέας υπαινίσσεται, χωρίς να κατονομάζει, στην πρώτη κιόλας παράγραφο του δοκιμίου του: τον Καρλ Μαρξ. Δεύτερον, να διαβάσω αυτό το προφητικό από πολλές απόψεις κείμενο στο φως της σημερινής συγκυρίας, συγκυρίας εκ πρώτης όψεως πολύ διαφορετικής από εκείνη στην οποία γράφτηκε. Παρά ταύτα, πιστεύω, η ανάλυση του Horkheimer μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ανησυχητικές δομικές συγγένειες· και για να επισημάνω προκαταβολικά τις κυριότερες απ’ αυτές:

1) τη δημιουργία ενός παγκόσμιου επιθετικού άξονα με επίκεντρο τις ΗΠΑ και τους στρατηγικούς της τους συμμάχους (πρωτίστως το Ισραήλ και δευτερευόντως τη Βρετανία και Αυστραλία), η οποία προβάλλει σήμερα ως παγκόσμια ολοκληρωτική απειλή αντίστοιχη μ’ εκείνη του άξονα Γερμανίας-Ιταλίας-Ιαπωνίας τις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, που τα ιδιαζόντως ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά της οφείλονται σε μία πρωτοφανή συγχώνευση του κράτους, των μεγάλων επιχειρήσεων και του στρατιωτικού τομέα

2) την ολιγωρία των υπόλοιπων, «δημοκρατικών» λεγόμενων κυβερνήσεων (χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών, είτε μεμονωμένα είτε υπό την ομπρέλα της διαμορφούμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε ακόμα μεγάλων δυνάμεων όπως η Ρωσία που σπεύδουν ασμένως να ενταχθούν στην κεφαλαιοκρατική λέσχη), οι οποίες ταλαντεύονται ανάμεσα στον ανταγωνισμό και τη στρατηγική συμμαχία προς τον προαναφερθέντα άξονα βάσει τού καιροσκοπικού υπολογισμού ότι, στο κάτω κάτω, η ωμότητα της εκτός νόμου υπερδύναμης μπορεί να δουλέψει προς το συμφέρον τους, συνθλίβοντας και τους δικούς τους αντιπάλους (που σήμερα είναι ο καταληστευμένος και ανθιστάμενος τρίτος κόσμος, όπως την εποχή τού ναζισμού ήταν το εργατικό κίνημα και ο μπολσεβικισμός)

3) τον συμμετρικό σχηματισμό μιας ανταγωνιστικής υπερδύναμης με εξίσου ολοκληρωτικά γνωρίσματα, όπως ήταν την εποχή του Εθνικοσοσιαλισμού η σταλινοποιημένη Σοβιετική Ένωση (και σήμερα η αποκαλούμενη «Λαϊκή Δημοκρατία» της Κίνας), ο γαιοστρατηγικός και εμπορικός ανταγωνισμός με την οποία γίνεται επιταχυντής των ολοκληρωτικών εξελίξεων και στα δύο στρατόπεδα, η οποία βρίσκεται όμως σε λιγότερο αμφίρροπες σχέσεις με τις άλλες, υποτιθέμενα «δημοκρατικές» δυνάμεις (στα μάτια τους δηλαδή είναι πιο εύκολα υποψήφιος εχθρός, «ξένος»)

4) τη γέννηση μιας νέας μορφής «αντισημιτισμού», δηλαδή φονικού ρατσισμού, η οποία σήμερα έχει στόχο πρωτίστως τούς εξαθλιωμένους πρώην αποικιοκρατούμενους πληθυσμούς που εισρέουν ως μετανάστες-επαίτες στη «γη της επαγγελίας» εκείνων που ερήμωσαν τη δική τους γη, και ακόμη πιο ειδικά τούς αραβομουσουλμανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι για λόγους άλλοτε συμπτωματικούς και άλλοτε εσκεμμένους έχουν σταθεί πρόσκομμα στον δρόμο της δολοφονικής μηχανής ΗΠΑ-Ισραήλ (η δημιουργία του ίδιου τού Ισραήλ και ο σημερινός του ρόλος είναι άλλωστε το πιο δραματικό κομμάτι της συζήτησης γύρω από την ιστορική μοίρα του Εβραϊσμού, εξέλιξη που ήταν αδύνατο να προβλέψει επακριβώς ο Horkheimer).

 

Η ιστορική συζήτηση

Στον κύκλο τού Ινστιτούτου της Φραγκφούρτης (που περιλαμβάνει έναν αρκετά μεγαλύτερο αριθμό ερευνητών από εκείνους που έμειναν γνωστοί ως ο «εσωτερικός πυρήνας») εμφανίζονται δύο αντιτιθέμενες αναλύσεις για τον φασισμό. Ο νομικός Franz Neumann και οι μαρξιστές της προηγούμενης γενιάς A.R.L. Gurland και Otto Kirchheimer, εγγύτερα στην τρέχουσα στους κόλπους της αριστεράς αντίληψη, θεωρούσαν ότι ο φασισμός είναι η μορφή πολιτικής οργάνωσης που ιδιάζει στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, με την απορρύθμιση όλων των ορθολογικών διαμεσολαβήσεων που χαρακτήριζαν την φιλελεύθερη πολιτική σφαίρα. Ο εσωτερικός πυρήνας του Ινστιτούτου, αντίθετα, με πρώτο τον Friedrich Pollock (τον οποίον ακολούθησαν γρήγορα ο Horkheimer και ο Adorno) διείδαν ότι το γνώρισμα του φασισμού δεν ήταν ένα έλλειμμα ορθολογικότητας αλλά μάλλον η υπερβολή του εργαλειακού ορθολογισμού που χαρακτήριζε ανέκαθεν την κεφαλαιοκρατική οικονομία και την αστική κοινωνία ως κοινωνία της αγοράς. «Το να επικαλούμαστε σήμερα τη φιλελεύθερη νοοτροπία του δέκατου ένατου αιώνα ενάντια στον φασισμό σημαίνει να επικαλούμαστε αυτή ακριβώς την αρχή που του έδωσε τη νίκη. Το σλόγκαν “ανοίξτε τον δρόμο για τον ικανό” μπορεί κάλλιστα να το χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του ο νικητής», γράφει ο Horkheimer· και αλλού: «Τα ανθρωπόμορφα τέρατα που εξουσιάζουν σήμερα τις ανθρώπινες ζωές πιθανότατα δεν είναι πιο άδικα από την αγορά, που κινείται μόνο από τη βούληση για κέρδος, όταν διαλέγουν ποιος θα πεθάνει και ποιος θα ζήσει. Ο φασισμός διαφύλαξε τα μέσα παραγωγής για τη μειονότητα εκείνη που βγήκε πιο αποφασισμένη από τον ανταγωνισμό. Είναι η πολιτική μορφή του καιρού μας».

Η ζοφερή αυτή παρατήρηση παραπέμπει σε μια ευρύτερη πολιτική ανάλυση που εκτίθεται σε δύο βαρυσήμαντα κείμενα: το «Κρατικός καπιταλισμός» του Friedrich Pollock (1941)2 και «Το αυταρχικός κράτος» (1942)3 του ίδιου τού Horkheimer. Η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού έχει συσκοτίσει ένα γεγονός που θα έπρεπε να ήταν σε όλους πρόδηλο. Ιμπεριαλιστική ήταν η κεφαλαιοκρατική οικονομία από την πρώτη της στιγμή (το αποκορύφωμα της αποικιοκρατίας συμπίπτει με την άψογη εφαρμογή του φιλελεύθερου πολιτικού μοντέλου στη μητρόπολη επί έναν και πλέον αιώνα)· εκείνο που συμβαίνει ανάμεσα στους δύο παγκοσμίους πολέμους είναι μάλλον η κρίση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος υπό το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων και χάρη στον αιματηρό αγώνα του παγκόσμιου προλεταριάτου, όπως είχε προβλέψει η θεωρία (ο Μαρξ). Απέναντι σε αυτή την κρίση όμως, και ως ριζική απάντηση εκ μέρους των απειλουμένων κυρίαρχων τάξεων, αναδύεται κάτι που η θεωρία όντως δεν ήταν σε θέση να προβλέψει: η αποφασιστική ανάληψη της οικονομίας από το κράτος, η κατακόρυφη και σχεδόν στρατιωτική διεύθυνση της παραγωγής, ταυτόχρονα με ένα σύστημα αντισταθμιστικών παροχών που δημιουργεί μια εξαρτημένη μάζα ικανή να θυσιαστεί γι’ αυτούς που στα χέρια τους επικρέμαται η ίδια της η επιβίωση. Αυτού του είδους η «εξυγίανση» συμβαδίζει με την ανάδυση ενός νέου στρώματος διευθυνόντων, των εκτελεστικών στελεχών και των μάνατζερ, οι οποίοι αντικαθιστούν τον παραδοσιακό ιδιοκτήτη του κεφαλαίου, ο οποίος τώρα διασπείρεται σε ένα αποκεντρωμένο πλήθος μετόχων χωρίς ουσιαστικό έλεγχο στην παραγωγική διαδικασία. «Η άρχουσα τάξη έχει αλλάξει. Τα μέλη της δεν ταυτίζονται πλέον με τους κατόχους της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας [...] Η υψηλή βιομηχανική γραφειοκρατία παίρνει τη θέση των νόμιμων ιδιοκτητών. Κοινωνικά αποφασιστική ως εκ τούτου αποδεικνύεται η ρυθμιστική εξουσία, η εν τοις πράγμασι κατοχή, και όχι η ονομαστική ιδιοκτησία [...] Η αληθινή ταυτότητα του νόμιμου ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής αντανακλάται στο πρόσωπο του φασίστα αρχηγού των ταγμάτων εργασίας. Η κοινωνική κυριαρχία, η οποία δεν μπορούσε να διατηρηθεί με οικονομικά μέσα όσο η ατομική ιδιοκτησία κατάφερνε να επιβιώνει, συνεχίζεται με ευθέως πολιτικά μέσα», υποδεικνύει ο Horkheimer.

Το κρισιμότερο σε αυτή την ανάλυση είναι ότι τόσο ο Pollock όσο και ο Horkheimer βλέπουν την παραπάνω μετάλλαξη του καπιταλισμού ως παγκόσμιο ουσιαστικά φαινόμενο, πέραν των τεχνητών γραμμών των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Χαρακτηρίζει επίσης το νέο σταλινικό καθεστώς που αναδύθηκε από τα ερείπια της ρωσικής επανάστασης, και όχι λιγότερο το αμερικανικό New Deal (που επρόκειτο να γίνει μεταπολεμικά το νέο μοντέλο οργάνωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, αυτό που σήμερα εξακολουθεί να ονομάζεται, με κάποια νοσταλγία, «κοινωνικό κράτος»). Είναι κυριολεκτικά το μέλλον του καπιταλισμού, ένας «νέος χώρος αναπνοής για την κυριαρχία», όπως το διατύπωνε ο Pollock. Με πικρή οξυδέρκεια εδώ ο Horkheimer παρατηρεί: «Ακόμα κι εκεί όπου ο φασισμός δεν βρίσκεται στην εξουσία στην Ευρώπη, ισχυρές κοινωνικές τάσεις αναπτύσσονται που ζητούν να προετοιμάσουν τον διοικητικό, νομικό και πολιτικό μηχανισμό για τον επερχόμενο αυταρχισμό. Για λόγους ανταγωνισμού και μόνο, το καθαρά φιλελεύθερο κίνητρο, οι καπιταλιστές και οι υποστηρικτές τους οδηγούνται σε αυτόν. “Αν η Βρετανική Κυβέρνηση”, γράφει η Whaley-Eaton Service, “αναγκαστεί να διαλέξει ανάμεσα σε έναν ενεργό πληθωρισμό και τον ολοκληρωτικό έλεγχο της οικονομίας και της βιομηχανίας, θα προτιμήσει τον δεύτερο”».

Μία από τις φρικτότερες όψεις του γερμανικού ναζισμού ήταν ο αντισημιτισμός, η μέχρι εξοντώσεως καταδίωξη των εβραϊκής καταγωγής πολιτών ως «δηλητήριο για το σώμα του λαού», όπως κήρυσσε ο Φύρερ. Φυσικά δεν καταδιώχθηκαν μόνο οι Εβραίοι· κι άλλες μειονότητες, όπως οι τσιγγάνοι και οι ομοφυλόφιλοι, για να μην αναφέρουμε τους κομμουνιστές, είχαν την ίδια εφιαλτική μοίρα. Η παρανοϊκή αντιεβραϊκή ρητορεία ήταν όμως ένα τόσο εξέχον γνώρισμα του ναζιστικού καθεστώτος που απαιτεί μια ειδική εξήγηση. Με την ίδια οξυδέρκεια που διαχώρισε τα ιδεολογικά από τα πραγματικά κοινωνικά χαρακτηριστικά του ναζισμού, ο Horkheimer επιχειρεί το ίδιο για τον αντισημιτισμό. Το φυλετικό, ακόμα και το θρησκευτικό γνώρισμα, παρότι ουσιώδης ιδεολογική-παρανοϊκή συνιστώσα της αντισημιτικής ρητορικής, έχει κάτι το απατηλό και το συμπτωματικό ενόψει εκείνου το οποίο συμβόλιζαν οι Εβραίοι μέσα στη δομή της παραγωγικής διαδικασίας. Πρόκειται ακριβώς για τη σφαίρα της κυκλοφορίας, της «ελεύθερης αγοράς» μέσω των αυτοματισμών της χρηματικής οικονομίας. Όπως θα περιγράψει αυτή τη δυναμική ο Horkheimer: «Η σφαίρα της κυκλοφορίας που ήταν διπλά καθοριστική για τη μοίρα των Εβραίων, ως πεδίο του βιοπορισμού τους και ως θεμέλιο της αστικής δημοκρατίας, χάνει την οικονομική της σημασία [...] Οι Εβραίοι έχουν χάσει τη δύναμή τους ως παράγοντες της εμπορευματικής κυκλοφορίας, επειδή η σύγχρονη δομή της οικονομίας θέτει εκτός παιχνιδιού ολόκληρη την εν λόγω σφαίρα. Είναι τα πρώτα θύματα των διαταγών των νέων εξουσιαστών, οι οποίοι αναλαμβάνουν να φέρουν μόνοι τους εις πέρας αυτή τη λειτουργία· ο κρατικός χειρισμός του χρήματος [...] μετατρέπεται σε ωμό χειρισμό των εκπροσώπων του χρήματος».

Βεβαίως δεν ήταν όλος ο Εβραϊσμός της Ευρώπης έμποροι και χρηματιστές. Ως έναν βαθμό όμως η συμβολική εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα μιας πλειονότητας των εβραϊκών πληθυσμών που είδαν την πρόοδο των αστικών ελευθεριών μετά τη Γαλλική Επανάσταση ως ευκαιρία για ενσωμάτωσή τους στην αστική τάξη πραγμάτων. Ο Horkheimer στρέφεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα προς τους αστούς Εβραίους —τους ίδιους αυτούς οι οποίοι, ασφαλείς ακόμα στις μη φασιστικές χώρες, δυσφορούν από τη ροή των προσφύγων ομοθρήσκων τους που τους νιώθουν ως απειλή για τα προνόμιά τους— επειδή, ακριβώς ως αστοί, δέχθηκαν να ανταλλάξουν το ανυποχώρητο ηθικό αίτημα της καθολικής ανθρώπινης ισότητας και χειραφέτησης με το μερικιστικό συμφέρον μιας κοινωνικής ενσωμάτωσης. Το κύριο μάθημα που θα πρέπει να εξαγάγουμε από τον γερμανικό αντισημιτισμό είναι ότι ο ρατσισμός δεν έχει προνομιακό αντικείμενο, ούτε χρώμα. Παράγεται εγγενώς από την απάνθρωπη δομή της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, και όποιος μία ορισμένη στιγμή συμβιβάζεται με αυτή την απανθρωπιά, πρέπει να είναι έτοιμος να πέσει ο ίδιος θύμα την επομένη: «Η ιδεολογική πρακτική [...] των κυρίαρχων τάξεων, από την οποία τρέφεται και ο αντισημιτισμός, δεν είναι ούτε ιουδαϊκή ούτε εθνική· ανήκει σε κάθε ανταγωνιστική κοινωνία. Όποιος αποτυγχάνει σε αυτή τη μορφή οικονομίας δεν έχει κατά κανόνα να περιμένει από εκείνους που τη λατρεύουν άλλο από την επικύρωση της οικονομικής ετυμηγορίας που τον συντρίβει [...] Πώς μπορούν να νιώσουν ιδεολογική συνταύτιση με τους γερμανούς Εβραίους, νεόπλουτοι Εβραίοι όσο και Άρειοι στο εξωτερικό οι οποίοι πάντα συναινούσαν στην εξαθλίωση άλλων κοινωνικών και εθνικών ομάδων, στη μαζική φτώχεια τόσο στη μητρόπολη όσο και στις αποικίες, στην ύπαρξη φυλακών και ψυχιατρείων;»

Όπως ακριβώς για τον Horkheimer έχει σημασία να δούμε καθαρά κατά τί ο φασισμός είναι η αποκορύφωση εγγενών τάσεων οι οποίες υπήρχαν ανέκαθεν στον φιλελευθερισμό, ότι δηλαδή από τον καιρό τής πρώτης της κυριαρχίας η αστική τάξη επεξεργαζόταν σχέδια υπαγωγής του συνόλου τού πληθυσμού στον αυταρχικό έλεγχό της, έτσι πρέπει και να ξεσκεπάσουμε το ιδεολογικό κίνητρο που κρυβόταν πίσω από τις φαινομενικές φιλελευθεροποιήσεις και τα «πολιτικά δικαιώματα»: «Η πολιτική ελευθερία για όλους, η ισότητα για τους Εβραίους, όπως και όλες οι άλλες ανθρωπιστικές θεσμίσεις έγιναν δεκτές ως μέσα παραγωγικής αξιοποίησης του πλούτου. Οι δημοκρατικοί θεσμοί ευνόησαν την προσφορά φθηνής εργατικής δύναμης, τη δυνατότητα ασφαλούς μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και την επέκταση του ελεύθερου εμπορίου. Με την αλλαγή των συνθηκών οι θεσμοί έχασαν τον ωφελιμιστικό χαρακτήρα στον οποίον όφειλαν την ύπαρξή τους». Και η συγκυρία αυτή μας επιτρέπει να δούμε αναδρομικά εκείνο που ίσχυε ανέκαθεν: ότι τα δικαιώματα του πολίτη δεν ήταν ποτέ δικαιώματα του ανθρώπου, ότι η αστική σύλληψη του «ανθρώπου» ήταν κομμένη και ραμμένη, όπως λέμε, στα μέτρα του ιδιοκτήτη-μέλους της κυρίαρχης τάξης: «Κάποιος ο οποίος δεν ανήκει, ο οποίος δεν προστατεύεται από τις συνθήκες, που δεν υποστηρίζεται από καμία δύναμη, ένας ξένος, ένας απλό ανθρώπινο ον, είναι απολύτως εγκαταλελειμένος». Αυτή άλλωστε δεν είναι και σήμερα η μοίρα του οικονομικού ή πολιτικού πρόσφυγα σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη Β. Αμερική; Πότε έληξε ο αντισημιτισμός, πότε από την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές έχει αρθεί το ολοκληρωτικό «καθεστώς εκτάκτου ανάγκης»;

Ο Horkheimer αποκρυπτογράφησε εδώ την κρυφή «ορθολογική» συνιστώσα του γερμανικού αντισημιτισμού, τη δομική κατά κάποιον τρόπο λογική των κοινωνικών εξελίξεων από την οποία πήγασε. Όταν έγραφε αυτό το άρθρο, φθινόπωρο του 1939, ήταν πολύ νωρίς για να ξέρει την ακριβή εφιαλτική μοίρα που περίμενε τους εκτοπισμένους Εβραίους, και μαζί όλες τις άλλες μειονότητες· όταν τέσσερα ή πέντε χρόνια αργότερα ήρθαν στο φως αποκαλύψεις που πάγωσαν το αίμα ολόκληρης της ανθρωπότητας, όλοι αναρωτιούνταν: πώς μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο; Αμέσως μετά τον πόλεμο, στη δεκαετία τού 1940, ο Horkheimer γράφει από κοινού με τον Theodor Adorno το opus magnum της Σχολής της Φραγκφούρτης, την περίφημη Διαλεκτική τού διαφωτισμού4που εκδόθηκε το 1947 στην Ολλανδία (για ευνόητους λόγους δίσταζαν να την εκδώσουν στις ΗΠΑ όπου ζούσαν οι ίδιοι ως πρόσφυγες). Το άρθρο αυτό τού Max Horkheimer προαναγγέλλει πολλές από τις αναπτύξεις εκείνου του μεγάλου βιβλίου, αλλά βεβαίως υπάρχουν εκεί πολύ περισσότερα πράγματα που οφείλονται όχι μόνο στη συμμετοχή ενός δεύτερου συγγραφέα με το πνευματικό ανάστημα του Adorno, αλλά και στην ενσωμάτωση ολόκληρου του φάσματος των εμπειριών που μπόρεσαν να αποκρυσταλλωθούν με την ολοκλήρωση της καταστροφής του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Το τελευταίο από τα δοκίμια του βιβλίου έχει τον τίτλο «Στοιχεία για τον αντισημιτισμό», και μπορεί να θεωρηθεί ως η συνέχεια και ολοκλήρωση της προβληματικής που εκθέτει ο Horkheimer στο άρθρο του 1939.

Τί έχει να προσθέσει εδώ το κείμενο του 1947; Διατηρείται οπωσδήποτε η ανάλυση του Horkheimer για τον οικονομικό ρόλο του Εβραϊσμού της Ευρώπης και για τη θέση του στη δομή της νεωτερικής κοινωνίας – μάλιστα η ανάλυση απλώνεται σε πιο μακροσκοπική ιστορική προοπτική: «Οι Εβραίοι ήταν αποικιστές της προόδου. Από τότε που ως έμποροι συνέβαλαν στη διάδοση του ρωμαϊκού πολιτισμού στην παγανιστική Ευρώπη ήταν, σε αρμονία με τη μονοθεϊστική θρησκεία τους, οι εκπρόσωποι της πόλης, των αστικών και τελικά των βιομηχανικών συνθηκών. Εισήγαγαν τους καπιταλιστικούς τρόπους ζωής στους διάφορους τόπους και επέσυραν το μίσος εκείνων που υπέφεραν κάτω από αυτές τις νέες συνθήκες. Στο όνομα της οικονομικής προόδου, χάρη στην οποία σήμερα εξοντώνονται, οι Εβραίοι είχαν καθίσει από την αρχή στο στομάχι των τεχνιτών και των αγροτών, τους οποίους ο καπιταλισμός υποβίβασε ταξικά. Τώρα νιώθουν στη σάρκα τους τον αποκλειστικό, μεροληπτικό χαρακτήρα του».5 Κι εδώ λοιπόν οι συγγραφείς φαίνεται να λένε ότι ανάμεσα σε όλα τα δεινά που υπέστησαν αναίτια οι Εβραίοι στην Ευρώπη, για ένα τουλάχιστον πράγμα είναι όντως ένοχοι – την αλληλεγγύη τους με την προϋπάρχουσα αστική κοινωνία και με τον ανερχόμενο καπιταλισμό· σε αυτή την ευρύτερη προοπτική μάλιστα εξηγείται καλύτερα και ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός πριν από την έλευση του φασισμού, κάτι που εμφανίζει πλέον τον τελευταίο σαν μια ιδιαζόντως οξυμμένη έκφραση ενός κατά τα άλλα ευρύτερου φαινομένου. Αυτή η ιδιαζόντως οξυμμένη έκφραση είναι όμως που εμπερικλείει και την πιο απερίγραπτη φρίκη, όλα εκείνα που δεν εγνώριζε ακόμα κανείς το 1939 και που είναι ίσως ό,τι δεν εξηγείται ικανοποιητικά στο άρθρο του Horkheimer. Διαβάζουμε και πάλι εκεί: «Στη Γερμανία, ο αντισημιτισμός είναι ως επί το πλείστον μια βαλβίδα ασφαλείας [...] Χρησιμεύει για να τρομοκρατεί τον πληθυσμό δείχνοντας ότι το σύστημα δεν ορρωδεί προ ουδενός. Τα πόγκρομ έχουν από πολιτική άποψη στόχο περισσότερο τους θεατές παρά τους ίδιους τούς Εβραίους. Υπάρχει μήπως κανείς που αντιδρά; Δεν έχουν τίποτα περισσότερο να κερδίσουν». Σωστά. Ωστόσο ο ανελέητος βασανισμός των θυμάτων μέσα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, τα ανοσιουργήματα που διαπράχθηκαν πάνω στην ίδια την αιχμάλωτη ζωή και που μόνο η περιγραφή τους κόβει ακόμα και σήμερα την ανάσα, είναι από την άποψη της πολιτικής σκοπιμότητας απολύτως άχρηστα. Όλα δείχνουν πως οι βασανιστές είχαν όντως κάτι «περισσότερο να κερδίσουν» από τις τερατώδεις πράξεις τους· τί όμως;

Αυτό καλείται να απαντήσει το κείμενο του 1947, και το κάνει αξιοποιώντας ένα θεωρητικό εργαλείο που δεν είχε στον εξοπλισμό του το 1939 ο Horkheimer: τη φροϋδική ψυχανάλυση. Υπάρχει μία πλευρά απολύτως ανορθολογική στον αντισημιτισμό και στις πιο φονικές του εκφράσεις η οποία δεν εξηγείται καθόλου από την πολιτική ανάλυση: εκείνο το «περισσότερο» που είχαν οι βασανιστές να κερδίσουν από τον χειρισμό των θυμάτων τους ήταν μια μορφή καθαρής ηδονής. Ωμής, αναιτιολόγητης, διαστροφικής ηδονής που είναι ανέκαθεν η ηδονή του δημίου απέναντι στο παγιδευμένο θύμα του (και που με επιστημονική σχεδόν διεισδυτικότητα μας έχει γνωρίσει ο Μαρκήσιος ντε Σαντ). Υπάρχουν ωστόσο δύο κρίσιμα σημεία που πρέπει να προσέξουμε εδώ. Πρώτον, υπήρξαν πολλοί πριν και μετά τον ναζισμό οι οποίοι επισήμαναν τέτοιες πανταχού παρούσες μορφές επιθυμίας και ηδονής, επιχείρησαν μάλιστα να τις προσγράψουν σε ένα πρωταρχικό και ανεξάλειπτο «κακό» που φωλιάζει στα βάθη της ίδιας τής ανθρώπινης φύσης· αν ήταν ωστόσο γι’ αυτό, ο ντε Σαντ θα αρκούσε και σε τίποτα δεν θα χρειαζόταν ο Φρόυντ. Εκείνο που έχει σημασία για τους Horkheimer και Adorno είναι να δούμε υπό ποιους ιστορικούς όρους η επιθυμία, που κανονονικά βρίσκει πολύ πιο απλούς και υποβοηθητικούς για τη ζωή τρόπους έκφρασης, αναγκάζεται να ακολουθήσει αυτό τον δρόμο – κι εδώ η φροϋδική δυναμική των ενορμήσεων αποδεικνύεται αναντικατάστατος οδηγός. Με άλλα λόγια, η σαδιστική ––και μαζοχιστική εξίσου–– ηδονή που αναπτύσσεται ανάμεσα στον κύριο και το θύμα είναι η ίδια προϊόν προηγούμενων ενορμητικών αναστολών, απωθήσεων ή ματαιώσεων (με την φροϋδική έννοια των όρων), οι οποίες με τη σειρά τους για να εξηγηθούν απαιτούν ανασύσταση ενός πολύπλοκου δικτύου κοινωνικών σχέσεων.6 Σε αυτό το σημείο —μόνο σε αυτό όμως— αρχίζει και πάλι να διαγράφεται ένα ορθολογικό νόημα πίσω από τις ακραίες μορφές παραλογισμού και αναιτιολόγητης βίας. Ιδού πόσο ωραία το περιγράφουν οι συγγραφείς: «Ο αντισημιτισμός είναι [...] στην πραγματικότητα ένα τελετουργικό του πολιτισμού [...] Τα θύματα είναι μεταξύ τους ανταλλάξιμα, ανάλογα με τη συγκυρία: αλήτες, Εβραίοι, Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, και το καθένα από αυτά μπορεί να πάρει τη θέση του δολοφόνου και να σκοτώσει με την ίδια τυφλή ευχαρίστηση μόλις αισθανθεί ισχυρό, επειδή ενσαρκώνει τον κανόνα. Δεν υπάρχει γνήσιος αντισημιτισμός και ασφαλώς δεν υπάρχουν γεννημένοι αντισημίτες. Οι ενήλικες στους οποίους η κραυγή για εβραϊκό αίμα έχει γίνει δεύτερη φύση δεν γνωρίζουν καλύτερα το γιατί απ’ όσο η νεολαία που καλείται να διαπράξει την αιματοχυσία. Οι υψηλοί εντολοδότες βέβαια, οι οποίοι το ξέρουν, δεν μισούν τους Εβραίους ούτε αγαπούν τους οπαδούς. Οι τελευταίοι όμως, που δεν ικανοποιούνται ούτε οικονομικά ούτε σεξουαλικά, μισούν χωρίς τελειωμό· δεν θέλουν να ανεχθούν καμία χαλάρωση γιατί δεν γνωρίζουν καμία εκπλήρωση».7

Σε αυτή την αριστουργηματική παράγραφο δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να είναι περιττή, ούτε ένα ερώτημα που να μην απαντιέται (ή εν πάση περιπτώσει να μην σκιαγραφείται η κατεύθυνση στην οποία μπορούν να βρεθούν οι απαντήσεις). Οι Horkheimer και Adorno θα επεκταθούν βεβαίως σε πολύ πιο λεπτομερείς αναλύσεις, θα δείξουν τη λειτουργία των μηχανισμών προβολής, το ασυνείδητο ομοφυλοφιλικό υπόβαθρο στο βάθος των διωκτικών παραληρημάτων, ολόκληρη τη δυναμική της απώθησης ως κινητήρα ενός πολιτισμού ταγμένου στην εργαλειακή επίτευξη που θυσιάζει ανελέητα τα αιτήματα ευτυχίας των ανθρώπων και των ομάδων... Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε περισσότερο, δεν είναι αυτό το θέμα που μας απασχολεί ειδικά εδώ. Υπάρχει όμως, όπως είπα, ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο που πρέπει να προσέξουμε, το οποίο επισημαίνεται μάλιστα ρητά στο παραπάνω εδάφιο. Αυτή η πλευρά του αντισημιτισμού που φωτίζεται ειδικά εδώ, η αγρίως ανορθολογική, όπως θα λέγαμε, δεν έχει καμία ειδική σχέση με Εβραίους ή με Γερμανούς, με σύγχρονους είτε με αρχαίους. Ο οιοσδήποτε θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση (εναλλακτικά) είτε του θύτη είτε του θύματος, σε οιαδήποτε εποχή και κοινωνία, με οιαδήποτε αφορμή ή πρόσχημα, εάν εκπληρώνονται κάποιοι ειδικοί κοινωνιοψυχολογικοί όροι – και η συνθήκη του εθνικοσοσιαλισμού φαίνεται ότι εκπλήρωνε ιδεωδώς ορισμένους τέτοιους όρους. Αυτό ρίχνει και το τελικό φως στο πρόβλημα. Η βαθύτατη ουσία του αντισημιτισμού, δεν κουράζονται να επισημαίνουν οι Horkheimer και Adorno, δεν έγκειται σε κάτι το καταστατικά αντιεβραϊκό· είναι ο φονικός ρατσισμός που παράγεται αναγκαστικά μέσ’ από συνθήκες ματαίωσης, εκμετάλλευσης και αδικίας και μπορεί να αλλάζει απεριόριστα το θύμα του: φτάνει αυτό να προσφέρεται, να είναι αδύναμο και χωρίς προστασία – και αυτή είναι η μόνη δομική, όπως θα λέγαμε, ταυτότητα του «Εβραίου».

Μπορούμε τώρα να ξαναγυρίσουμε στο κείμενο του Max Horkheimer. Η οξύτητα με την οποία καταδεικνύει στους αστούς Εβραίους τη συνενοχή τους με το σύστημα που τώρα τους οδηγεί στον αφανισμό, ανταποκρίνεται στην οξυδέρκεια με την οποία προσπαθεί να διαλύσει τις ψευδείς τους ελπίδες: «Η ελπίδα των Εβραίων, που εναποτίθεται σήμερα στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είναι θλιβερή. Όποια κι αν είναι η έκβαση, ο συνεχόμενος μιλιταρισμός θα συνεχίσει να οδηγεί τον κόσμο σε αυταρχικές-κολεκτιβιστικές μορφές ζωής [...] Ίσως μέσα στον τελικό πανικό οι Εβραίοι διαφύγουν απαρατήρητοι, μακροπρόθεσμα όμως πρέπει να τρέμουν όπως και όλος ο κόσμος μπροστά σε αυτό που απλώνεται τώρα σε ολόκληρη τη γη [...] Δεν θα μπορέσουν [οι Εβραίοι] να ζήσουν σαν άνθρωποι, έως ότου οι άνθρωποι δώσουν οριστικά ένα τέλος στην προϊστορία». Ο όρος «προϊστορία τού ανθρώπινου γένους» είναι σεσημασμένος και λειτουργεί ως δηλωτική αναφορά του Horkheimer σε μία συγκεκριμένη παράδοση την οποία, ως πρόσφυγας σε μια επιθετικά καπιταλιστική κοινωνία, επιφυλάσσεται να κατονομάσει ρητά: τη μαρξιστική θεωρία. Πέρα ωστόσο από τις ευρύτερες μαρξιστικές αναφορές που υπονοούνται σε πολλά μέρη του κείμενου, υπάρχει ένα ειδικό γραπτό του Καρλ Μαρξ που η παρουσία του στοιχειώνει ολόκληρο το δοκίμιο του Horkheimer, το οποίο από μια ορισμένη σκοπιά αποδεικνύεται ως διαρκής και παλίνδρομη συνομιλία μαζί του: είναι το περίφημο «Για το εβραϊκό ζήτημα»8 που ο Μαρξ έγραψε το 1843 ως απάντηση σε δύο άρθρα τού Bruno Bauer, «Το εβραϊκό ζήτημα» και «Η ικανότητα των σύγχρονων Χριστιανών και Εβραίων να γίνουν ελεύθεροι» (τα οποία είχαν δημοσιευθεί την ίδια χρονιά στη Ζυρίχη).

Αστός δημοκράτης και προοδευτικός μεταρρυθμιστής ο Bauer, πίστευε ότι το πρόβλημα των Εβραίων ήταν ουσιαστικά πρόβλημα πολιτικών δικαιωμάτων. Τί χαρακτηρίζει τον Εβραίο; ρωτάει· και απαντά: η θρησκεία. Αν η θέση του Εβραίου είναι μειονεκτική μέσα σ’ ένα χριστιανικό κράτος, αυτό οφείλεται στην οπισθοδρομικότητα του ίδιου τού κράτους που λαμβάνει ακόμα ως προσδιοριστικό του χαρακτηριστικό τη θρησκεία. Και οι Χριστιανοί είναι δέσμιοι της ίδιας αυτής οπισθοδρομικότητας, παρότι ως πλειοψηφία δεν το συνειδητοποιούν. Το κράτος που στηρίζεται στη θρησκεία δεν έχει γίνει ακόμη πραγματικό κράτος, λέει ο Bauer. Το πρόβλημα λοιπόν ανάγεται στο γενικότερο πρόβλημα των σχέσεων θρησκείας και κράτους, και η λύση που υποδεικνύεται είναι η γενική χειραφέτηση της πολιτικής/αστικής σφαίρας από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι οποίες θα πρέπει να αποσταλούν εκεί που πραγματικά ανήκουν: στην ιδιωτική σφαίρα.

Η λύση αυτή (που ακούγεται παρά τον ενάμισυ και πλέον αιώνα που έχει μεσολαβήσει ταυτόσημη με τις θέσεις των σύγχρονων «προοδευτικών» οπαδών τού διαχωρισμού θρησκείας και κράτους ή της λεγόμενης πολυπολιτισμικότητας) προσέκρουσε στο οξύ πολιτικό αισθητήριο του νεαρού Μαρξ. Και αν οι Εβραίοι γίνουν πολιτικά ισότιμοι αστοί ιδιώτες, θα έχουν κερδίσει την ελευθερία; Αυτό θα σήμαινε ότι εκλαμβάνουμε τις τυπικές ελευθερίες του φιλελεύθερου συντάγματος ως ουσιώδεις ανθρώπινες ελευθερίες. Πολύ απέχουν όμως από αυτό. «Η πολιτική χειραφέτηση από τη θρησκεία», λέει ο Μαρξ, τονίζοντας ειδικά τις λέξεις, «δεν είναι πλήρης και συνεπής απελευθέρωση επειδή η πολιτική χειραφέτηση δεν είναι πλήρης και συνεπής μορφή ανθρώπινης απελευθέρωσης. Το περιορισμένο της πολιτικής χειραφέτησης αναφαίνεται άμεσα στο γεγονός ότι το κράτος μπορεί να αποδεσμεύεται από έναν περιορισμό χωρίς με αυτό ν’ απελευθερώνεται αληθινά και ο άνθρωπος, στο γεγονός ότι ένα κράτος μπορεί να είναι ελεύθερο κράτος χωρίς και ο άνθρωπος να είναι ελεύθερος».9 Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι να χειραφετηθεί κάποιος μέσα στο αστικό κράτους και με τους όρους του αστικού κράτους, αλλά να ελευθερωθεί από το κράτος – πράγμα που σημαίνει, επίσης, από το σιδερένιο πλέγμα των ιδιοκτησιακών σχέσεων στις οποίες ανάγονται τα περίφημα αστικά δικαιώματα και από τις ταξικές σχέσεις κυριαρχίας των οποίων εγγυητής και θεματοφύλακας είναι το αστικό κράτος. Με τους όρους τού Bauer, που αντανακλούν οπωσδήποτε τους διάχυτους προβληματισμούς στην ίδια την εβραϊκή κοινότητα, το πρόβλημα των Εβραίων είναι να συμμετέχουν επί ίσοις όροις στις πολιτικές διαδικασίες και στις επιχειρηματικές δραστηριότητες – να γίνουν πραγματικοί και πλήρεις αστοί· για τον Μαρξ, κάτι τέτοιο είναι ήδη πεπρωμένο να συμβεί χάρη στην έμπρακτη οικονομική ισχύ που έχουν αποκτήσει οι Εβραίοι, όμως αυτός ο «εβραϊκός τρόπος χειραφέτησης» είναι ψευδής χειραφέτηση, αν ο άνθρωπος στην ολότητά του δεν γίνει κύριος των ίδιων του των παραγωγικών δραστηριοτήτων ώστε η κοινωνική του δύναμη να πάψει να διαχωρίζεται από την πολιτική του ισχύ. Θεμελιώδης μορφή της ανθρώπινης αλλοτρίωσης δεν είναι τόσο η θρησκεία (όπως πίστευε ο Bauer, και πιο θεωρητικά διατύπωσε ο Feuerbach) όσο το ίδιο το χρήμα και το εμπόρευμα, ο αληθινός θεός του παρόντος.

Κάπου έναν αιώνα μετά και στο φως των αιφνιδιαστικών εξελίξεων, ο Horkheimer έρχεται να κάνει τον τραγικό απολογισμό που δικαιώνει αναδρομικά την ενόραση του Μαρξ. Παρότι η ολοκληρωτική στροφή ήταν εξ ολοκλήρου απρόβλεπτη από τη θεωρία, οι συνέπειές της ακολουθούν την αναπότρεπτη εσωτερική λογική που εξάγεται από την ανάλυση του Μαρξ. Οι Εβραίοι όντως χειραφετήθηκαν πολιτικά, η οικονομική τους ισχύ μεταφράστηκε σε πολιτικούς όρους μέσα στον φιλελευθερισμό, έγιναν αστοί με την πλήρη και ολοκληρωμένη έννοια του όρου, και μία στιγμή μετά οι δυνάμεις που εξαπέλυσε η ίδια η φιλελεύθερη οικονομία όταν προσέκρουσε στο πρώτο της όριο αντέστρεψαν τις σχέσεις οικονομίας και πολιτικής, οικονομίας και κράτους, κάνοντας τους ίδιους αυτούς τα πρώτα θύματα. Σε μία κοινωνική πραγματικότητα που έστω και ένας μόνο άνθρωπος αδικείται, που ένας και μόνο διώκεται για το χρώμα, τη γλώσσα, την πίστη, τις προτιμήσεις του ή απλώς για το γεγονός τής ίδιας του της αδυναμίας, το γεγονός ότι προσφέρεται αδιαμαρτύρητα για εκμετάλλευση, κανένας δεν είναι ποτέ ασφαλής και ο σημερινός δυνάστης οφείλει να ξέρει ότι ενδέχεται να είναι το αυριανό σφάγιο.

 

Η σημερινή συγκυρία

 Σε ποιον βαθμό μπορεί το κείμενο του Horkheimer να θεωρηθεί προφητικό απέναντι στη σημερινή πραγματικότητα; Πιθανότατα σε μεγάλο, αλλά εξαρτάται πρωτίστως από τον τρόπο που διαβάζουμε αυτή την πραγματικότητα. Η ήττα τού ναζισμού δεν ανέκοψε τις ολοκληρωτικές εξελίξεις στο εσωτερικό του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, απεναντίας έδειξε ότι μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά με το κατ’ όνομα δημοκρατικό πλαίσιο, χωρίς βίαιες και σπασμωδικές οπισθοδρομήσεις. Η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία ονομάστηκε «κοινωνικό κράτος» ή, ακόμη μελοδραματικότερα, «κράτος προνοίας»· διάλυσε οριστικά το εργατικό κίνημα και έκανε τις συνδικαλιστικές ηγεσίες (τη λεγόμενη «αριστερά» της μεταπολεμικής περιόδου) διοικητικά στελέχη του κράτους· εξάρτησε σε πρωτοφανή βαθμό το σύνολο του πληθυσμού από μια επιτελικά διευθυνόμενη βιομηχανία υπηρεσιών και υπέταξε στην εμπορευματική οικονομία όσες πτυχές της κοινωνικής ζωής μέχρι τότε ανθίσταντο (υγεία, εκπαίδευση, ελεύθερος χρόνος, κοκ.). Ο Horkheimer το είχε ήδη διαγνώσει: «Στον όψιμο καπιταλισμό, οι λαοί μεταμορφώνονται πρώτα σε αποδέκτες κοινωνικών παροχών και ύστερα σε πειθαρχημένους οπαδούς». Η νέα ταξική φυσιογνωμία των κυριάρχων είναι όλο και περισότερο εκείνη που επίσης περιέγραφε ο Horkheimer (έχοντας κυρίως μπροστά του το φασιστικό κράτος): «Η αποκεντρωμένη πλειοψηφία των ατομικών μετόχων βρίσκεται από καιρό στο έλεος του διευθυντηρίου. Με την αλλαγή χαρακτήρα της επιχείρησης από μεμονωμένη ανταγωνιστική οικονομική μονάδα στην ακατανίκητη ισχύ ενός σύγχρονου μονοπωλίου, η διεύθυνση απέκτησε απόλυτη εξουσία. Το μέγεθος και η εσωτερική διαφοροποίηση των βιομηχανικών επιχειρήσεων έχουν δημιουργήσει μια γραφειοκρατία της οποίας η κορυφή επιδιώκει τους δικούς της σκοπούς με το κεφάλαιο των μετόχων, και αν χρειαστεί εναντίον τους». Το σύστημα επεκείνεται καρκινοειδώς σε ολόκληρη τη γήινη σφαίρα, κάνοντας πολιτισμούς, χώρες και εθνότητες να εξομοιώνονται όλο και ταχύτερα με την επικρατούσα δομή: «Για πρώτη φορά, ολόκληρος ο κόσμος σύρεται στην ίδια γραμμή πολιτικών εξελίξεων. Η Ινδία και η Κίνα δεν αποτελούν πλέον απλώς περιφερειακές ζώνες, ιστορικές οντότητες δευτέρας κατηγορίας· σήμερα εκδηλώνουν τις ίδιες τάσεις με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες».

Η μοίρα του προπομπού σε αυτή την παγκόσμια μεταμόρφωση επιφυλάχθηκε όχι τόσο στη ναζιστική Γερμανία, που ηττήθηκε τελικά από τον συνασπισμό των ανταγωνιστών της, ούτε στη Σοβιετική Ένωση, που κατέρρευσε από την ένταση του ανταγωνισμού γι’ αυτήν ακριβώς τη θέση, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, μια μεγάλη χώρα που διδάχθηκε ακριβώς μέσ’ από τη συμμετοχή της στον αντιναζιστικό πόλεμο το σπουδαιότερο μάθημα του ναζισμού: τη σημασία τού διαρκώς ανανεούμενου πολέμου για μια υπερώριμη καπιταλιστική οικονομία. Θέτοντας υπό κατοχήν τη ηττημένη Γερμανία και διατηρώντας για δικό της λογαριασμό πολλούς από τους ναζιστικούς μηχανισμούς, εξαπολύοντας έναν διαρκή και υπερτεχνολογικοποιημένο πόλεμο εναντίον αμέτρητων ανυπεράσπιστων λαών στον Ειρηνικό και στην Ασία, στην Αφρική και στη Ν. Αμερική που έλαβε διαστάσεις πρωτοφανούς γενοκτονίας, ναρκώνοντας τις μάζες στο εσωτερικό της ενμέρει μέσω μιας πανίσχυρης στρατηγικής των Μαζικών Μέσων (την οποία διδάχθηκε επίσης από τη ναζιστική προπαγάνδα) κι ενμέρει μέσω καταναλωτικών δολωμάτων χάρη στο υπερπροϊόν που αποσπούσε από αδύναμες χώρες παντού στον κόσμο, διαμόρφωσε ένα γιγαντιαίο παγκόσμιο δίκτυο οργάνωσης και εκμετάλλευσης της εργασίας που τείνει να γίνει ακριβώς ένα πλανητικό αντίγραφο εκείνου που ήταν σε εθνική κλίμακα το ναζιστικό κράτος. Οι τυπικές αστικές ελευθερίες διατηρήθηκαν, όπου και όσο ήταν αυτό δυνατό, διαβρώθηκαν όμως από τα μέσα καθώς η χειραγώγηση έπαιρνε όλο και περισσότερο τον ψευδαισθητικό χαρακτήρα «κοινωνικών κατακτήσεων»· και η μοιραία πορεία των γεγονότων επαληθεύει  ακόμα μία φορά τη ζοφερή πρόβλεψη του Horkheimer: «Ίσως μετά από έναν μεγάλο πόλεμο δούμε να αποκαθίστανται σε ορισμένες περιοχές οι παλαιές οικονομικές συνθήκες για μια σύντομη περίοδο. Αλλά τότε θα ξαναρχίσει η ίδια διαδικασία: ο φασισμός δεν γεννήθηκε τυχαία. Μετά την κατάρρευση της φιλελεύθερης οικονομίας οι άνθρωποι βρέθηκαν μια για πάντα μπροστά στο δίλημμα, ελευθερία ή φασιστική δικτατορία». Ο όρος δικτατορία ίσως ακούγεται μόνο κάπως αναχρονιστικός, αλλά οι τελευταίοι δικαιικοί μετασχηματισμού (οι διαδοχικοί «Patriot Act» στις ΗΠΑ και τα διάφορα ευρωπαϊκά του ομόλογα, το Γκουαντάναμο και ο διαρκής «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας») πασχίζουν σταδιακά να τον επαληθεύσουν.

Υπάρχει ένας μύθος που οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ, κυρίως στην Ευρώπη, χρησιμοποιούν συχνά παρασύροντας στη ρητορική τους και τις υπνώττουσες «προοδευτικές» αποκαλούμενες δυνάμεις: είναι η διατυμπανιζόμενη διάλυση του «κοινωνικού κράτους» και η υποτιθέμενη αντεπίθεση ενός (νέου) φιλελευθερισμού τής αγοράς – το λεγόμενο αγγλοσαξωνικό μοντέλο. Καμία επιστροφή δεν υπήρξε βεβαίως στο αληθινό φιλελεύθερο μοντέλο, στην κοινωνία της αγοράς του δέκατου ένατου αιώνα, μοντέλο το οποίο είναι προ πολλού νεκρό· αυτό που σήμερα ονομάζουν νεοφιλελευθερισμό είναι στην πραγματικότητα μια μορφή ασφυκτικά σχεδιασμένου πολιτικού ελέγχου μέσω της οικονομίας. Όλα τα αυταρχικά στοιχεία του παρεμβατικού κράτους (κεντρική οργάνωση της παραγωγής μέσω του προσχεδιασμού τής «ζήτησης», αυστηρή νομισματική πολιτική, άνιση ρύθμιση των εμπορευματικών ροών, καθήλωση της εργατικής δύναμης) διατηρούνται, μόνο που η λειτουργία τους έχει εκχωρηθεί πλέον σε διεθνείς οργανισμούς (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα, κοκ.) ελεγχόμενους από την πολιτικοστρατιωτική υπερδύναμη των ΗΠΑ και μια διεθνή κεφαλαιοκρατική ολιγαρχία που αντιλαμβάνεται τα συμφέροντά της ως διαπλεγμένα σε ποικίλους βαθμούς με τη δική της κυριαρχία· εκείνο που όντως άλλαξε είναι ότι ορισμένες αντισταθμιστικές κοινωνικές παροχές περικόπηκαν, και αυτό οφείλεται πρωτίστως στη νέα τεχνολογική επανάσταση του αυτοματισμού η οποία επέτρεψε, εκτός από τη μεγαλύτερη κινητικότητα του κεφαλαίου που βρίσκει εύκολα τώρα εκμεταλλεύσιμη εργασία σε χώρες της περιφέρειας, κατακόρυφη προσωρινή άνοδο της κερδοφορίας από την αύξηση του παγίου κεφαλαίου εις βάρος τού μεταβλητού (της ζωντανής εργασίας). Η νέα δομική ανεργία που ανέκυψε έκανε ασύμφορο ένα ολόκληρο πλέγμα κοινωνικών παροχών που ως τότε θεωρούνταν «κατακτημένες», και ταυτοχρόνως άσκοπο, αφού είχαν εμφανιστεί νέες πηγές κερδοφορίας χωρίς την αστάθεια των εργατικών διεκδικήσεων – και αυτός ο μετασχηματισμός δεν χαρακτηρίζει λιγότερο τη Νέα Ευρώπη και τον συνασπισμό των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων που αυτή εκπροσωπεί απ’ όσο τις ίδιες τις ΗΠΑ. Με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο οι εξελίξεις προχωρούν προς την ίδια κατεύθυνση: η ταύτιση του ομοσποδιακού αμερικανικού κράτους αυτή τη στιγμή με τις εταιρείες πετρελαίου αντιστοιχεί επακριβώς στην εξαγορά του ιταλικού κράτους από έναν μεγιστάνα των Μαζικών Μέσων. Από την εποχή του Horkheimer γνωρίζουμε ότι ουσία του ολοκληρωτισμού είναι συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας – η ιδεώδης δηλαδή ταύτιση κράτους, βιομηχανίας και άμυνας.

Ενόψει αυτού, το να παρουσιάζονται τυχόν ανταγωνισμοί μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ ως αντιπαράθεση του «κοινωνικού» με το «φιλελεύθερο» μοντέλο είναι γελοίο ιδεολόγημα που αποσκοπεί μόνο στον εκβιασμό της συναίνεσης των ευρωπαϊκών μαζών· πολύ πιο παράλογο, και επικίνδυνο, είναι όμως το σύνθημα περί «εξοπλισμού της Ευρώπης» που ακούστηκε στις ημέρες μας από κάποιους υπηρεσιακούς διανοούμενους, ως μέσον υποτίθεται ανάσχεσης των κοσμοκρατορικών βλέψεων των ΗΠΑ. Λες και αυτού τού είδους οι ανταγωνισμοί δεν επιταχύνουν τη διαδικασία της ολοκληρωτικής μεταμόρφωσης, λες και μια Ευρώπη στην δομική θέση την οποία καταλαμβάνουν σήμερα οι ΗΠΑ (ή μία Κίνα ή οποιοσδήποτε άλλος) θα εγγυόταν τίποτα καλύτερα για τη μοίρα του κόσμου από το ζοφερό μέλλον που ήδη προδιαγράφεται... Ο Horkheimer τουλάχιστον είχε δει καθαρά με ποιους όρους τίθεται το ζήτημα: «Καμία ελπίδα δεν μπορεί να εναποτεθεί στον συνασπισμό των μεγάλων δυνάμεων. Ούτε μπορούμε να υπολογίζουμε στην κατάρρευση της ολοκληρωτικής οικονομίας. [...] Ο οπτιμισμός των πολιτικών εκκλήσεων σήμερα πηγάζει από την αποθάρρυνση. Το γεγονός ότι οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ηττηθεί [...] έχει κάνει τους διανοούμενους ανίκανους να σκέπτονται. Πιστεύουν πως ό,τι λειτουργεί αποτελεσματικά πρέπει να είναι και καλό [...] Αλλά υπάρχουν περίοδοι όπου το υπάρχον με όλη την ισχύ και την αποτελεσματικότητά του είναι το ίδιο το κακό».

Το καθεστώς του διεθνούς δικαίου έχει την ίδια μοίρα σήμερα με τη μοίρα της φιλελεύθερης νομοθεσίας στον φασισμό. Ο υπεράνω ανταγωνισμού ισχυρός δεν το χρειάζεται. Οι ΗΠΑ έφτασαν σε αυτό το σημείο μόνο στην τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα (και υποψιαζόμαστε ότι όσοι εξακολουθούν να κάνουν εκκλήσεις σε αυτό είναι επειδή δεν νιώθουν ακόμα τόσο ισχυροί οι ίδιοι για να το παρακάμψουν)· εν πάση περιπτώσει, το σημείο αυτό είναι χωρίς επιστροφή: ραγδαία κουρελιάζονται όλες οι εύθραυστες προσπάθειες που έγιναν, υπό τη συγκλονιστική εμπειρία των δύο παγκοσμίων πολέμων, για μια διεθνή συνεννόηση σε ζητήματα ζωτικά για την παγκόσμια κοινωνία – προστασία του περιβάλλοντος, ανάσχεση των πυρηνικών όπλων, κατάργηση των βασανιστηρίων, εκδίκαση εγκλημάτων πολέμου… Πολύ πριν φτάσουμε εδώ, όμως, προπομπός στη συστηματική αχρήστευση οιασδήποτε πρακτικής διεθνούς δικαίου, εργαστήριο δηλαδή της σύγχρονης, παγκοσμιοποιημένης μορφής ολοκληρωτισμού, στάθηκε ο στενότερος σήμερα στρατηγικός σύμμαχος των ΗΠΑ: το κράτος του Ισραήλ. Το κράτος αυτό ιδρύθηκε με ουσιωδώς παράνομες διαδικασίες το 1848 —και με την ενθάρρυνση των πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων Βρετανίας και Γαλλίας— στα εδάφη της βρετανοκρατούμενης Παλαιστίνης μέσ’ από μια πρώτη μαζική εκκαθάριση των ανυπεράσπιστων αυτόχθονων πληθυσμών, πράξη που εξήγγειλε τη μελλοντική εγκληματική του σταδιοδρομία: εξοπλιζόμενο ραγδαία από Ευρωπαίους και Σοβιετικούς στην πρώτη φάση, και από τους Αμερικανούς εν συνεχεία, απέσπασε με αστραπιαίους πολέμους εδάφη από τις γύρω αραβικές χώρες (Συρία, Ιορδανία, Αίγυπτο) και αποικιοποίησε τους αιχμάλωτους πληθυσμούς, αψηφώντας επιδεικτικά αλλεπάλληλα ψηφίσματα του ΟΗΕ (ήταν ουσιαστικά η γενική πρόβα για τη σημερινή εξουδετέρωσή του από τις ΗΠΑ)· έχοντας μιαν ανατριχιαστικά οπισθοδρομική σύλληψη του κράτους με φονταμενταλιστικούς εθνικοθρησκευτικούς όρους, αρνήθηκε να  θεσπίσει σύνταγμα για να έχει απεριόριστο πεδίο χειρισμών στην απόδοση υπηκοότητας10 και επέβαλε ένα απάνθρωπο απαρτχάιντ στους αυτόχθονες Παλαιστινίους· τους περιέφραξε σε ζώνες αποκλεισμού, τους στέρησε την πρόσβαση σε νερό, σε αποχέτευση, σε οδικό δίκτυο (δεν μιλάμε καν για υγεία, εργασία, παιδεία), κατέστρεψε με συνεχείς στρατιωτικές επεμβάσεις κάθε πιθανότητά τους δημιουργίας αστικών υποδομών (πρακτική στην οποία ορισμένοι αντιφρονούντες ισραηλινοί αρχιτέκτονες έδωσαν το όνομα «αστυκτονία»)11, και απάντησε στις ηρωικές και απεγνωσμένες προσπάθειές τους για αντίσταση με σχέδιο αληθινής γενοκτονίας, σφαγιάζοντας μαζικά και συστηματικά αμάχους – γυναίκες, γέροντες και παιδιά· δημιούργησε ένα τρομακτικό δίκτυο μυστικών υπηρεσιών, αντίγραφο των ναζιστικών παρακρατικών οργανώσεων με μεσολαβητή την πείρα των ΗΠΑ, συλλαμβάνοντας παράνομα, εκτοπίζοντας, κρατώντας χωρίς δίκη και βασανίζοντας όχι μόνο Άραβες αλλά και Ισραηλινούς πολίτες που εκδήλωναν διαφωνία· τέλος, ανέπτυξε μυστικά και παράνομα πυρηνικά όπλα, σε στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ και με αμερικανική τεχνογνωσία, καταστρατηγώντας όλες τις διεθνείς συμφωνίες για τον περιορισμό της εξάπλωσης των πυρηνικών (τις οποίες οι ΗΠΑ σήμερα με απίστευτη θρασύτητα επικαλούνται εναντίον αραβικών, μουσουλμανικών ή άλλων αναπτυσσόμενων χωρών ενώ απαιτούν, χωρίς ο συνασπισμός των ισχυρών κρατών να εξεγείρεται γι’ αυτό, την απόλυτη εξαίρεση του εαυτού τους). 

Η τερατώδης παραδοξότητα της περίπτωσης του Ισραήλ έγκειται στο ότι προσπάθησε να αυτονομιμοποιηθεί ως πληρεξούσιος του Εβραϊσμού της Ευρώπης που έπεσε θύμα των ναζιστικών εκκαθαρίσεων.12 Είναι αυτός που επωφελήθηκε τελικά από το δράμα τους. Πώς τολμά να τους διεκδικεί; Οι ανίσχυρες εβραϊκές κοινότητες που εξοντώθηκαν άγρια στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως βρίσκονταν στην ίδια μοίρα με τους σημερινούς μάρτυρες της Παλαιστίνης – με τους απογυμνωμένους από ανθρώπινα αναγνωριστικά αιχμαλώτους στα στρατόπεδα τύπου Γκουαντανάμο. Ποια διαστροφή των σημασιών επέτρεψε η αγόρευση του κυριάρχου να οικειοποιείται την οιμωγή των θυμάτων τού προκατόχου του; Κοιτάζοντας αναδρομικά το μοιραίο ιστορικό παιχνίδι βλέπουμε ότι αυτό έγινε δυνατό χάρη στη μετακύλιση των σημασιών που επιτεύχθηκε στα όρια μιας κλειστής εθνικιστικής ρητορικής, της ρητορικής τού σιωνισμού. Το σιωνιστικό κίνημα είναι η προϊστορία του κράτους τού Ισραήλ, και ξεκινάει από τη δικτύωση των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης, ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, γύρω από το κοινό όραμα της δημιουργίας μιας εβραϊκής πατρίδας. Βεβαίως μέσα στο σιωνιστικό κίνημα των αρχών του εικοστού αιώνα υπήρχαν πολλές πολιτικές τάσεις, μεταξύ των οποίων αναρχικά και ουτοπιστικά ρεύματα που μεθερμήνευαν το εθνικιστικό όραμα των πρωτεργατών του με όρους μιας ελεύθερης, αταξικής και παναθρώπινης κοινωνίας· τα ρεύματα αυτά όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, ηττήθηκαν. Οι στρατηγοί που δημιούργησαν τελικά κράτος (επειδή αυτό εξυπηρετούσε άλλωστε τα σχέδια των νικητών του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου), προερχόμενοι από εκείνα τα αστικά εβραϊκά στρώματα της Διασποράς που με τόσο οξυδέρκεια επέκρινε ο Horkheimer για τον καιροσκοπισμό τους, είχαν κάτι άλλο στον νου τους – και αυτό υλοποίησαν. Ωστόσο πρέπει να δούμε ότι εξαρχής, παρά την ετερογένεια των σιωνιστικών προθέσεων, η εθνικιστική ρητορεία που επιστρατεύθηκε ήδη μεροληπτούσε υπέρ της αυταρχικής πλευράς. Ο σιωνισμός δεν διεκδικούσε ελεύθερη πατρίδα για τους Εβραίους ως ανθρώπους αλλά —σύμφωνα με το ολέθριο μάθημα όλων των άλλων εθνικισμών που είχαν προηγηθεί— ως Εβραίους· έκανε σημαία του μια υποτιθέμενη «εβραϊκότητα», με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό που την χρησιμοποιούσαν ως σύμβολο για την εξόντωση του εβραϊκών κοινοτήτων οι ναζί προπαγανδιστές. Τα χρόνια λίγο πριν από τη μεγάλη καταστροφή, σιωνισμός και εθνικοσοσιαλισμός συναντήθηκαν σε ένα κοινό ιδεολογικό στρατήγημα: και οι δύο εξέλαβαν, παρά τις αντίθετες αξιολογικές τοποθετήσεις ως προς τους όρους, την «εβραϊκότητα» ως πάγια, κλειστή και υπεριστορική ουσία.

Η «εβραϊκότητα» (όπως άλλωστε η «ελληνικότητα», η «γερμανικότητα», κοκ.) δεν είναι βεβαίως ουσία, είναι κατασκευή· είναι το ιδεολογικό προϊόν στρατηγικών —τις οποίες σήμερα κατανοούμε υπό τη γενική έννοια του εθνικισμού— που επιδιώκουν την επιβολή της κυριαρχίας συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων πάνω σε άλλες ομάδες αποσπώντας το μέγιστο δυνατό της συναίνεσης των κυριαρχουμένων, ή αντιστρόφως αποσκοπούν στη δικαιολόγηση της σχεδιασμένης απαξίωσης προσώπων και ομάδων για λόγους ιδίου ωφέλους. Στον βαθμό που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι απαξιώσιμος λόγω της εβραϊκότητάς του, για τον ίδιο λόγο δεν είναι και υπερασπίσιμος στο όνομα ειδικά της εβραϊκότητάς του. Ο «Εβραίος» του αντισημιτισμού δεν αντιπροσωπεύει μία φυλή, ούτε μία θρησκεία, αλλά μια ορισμένη θέση στο πλέγμα των σχέσεων ισχύος – και είναι απεριόριστα υποκαταστάσιμος: Ινδιάνος, Νέγρος, Παλαιστίνιος, παράφρων, ομοφυλόφιλος, τρομοκράτης, κοκ. Το μεγάλο αντισημιτικό έγκλημα του ναζισμού συνιστά ανεξαγόραστο έγκλημα κατά της ανθρώπινης υπόστασης, ανάμεσα σε αναρίθμητα άλλα παρόμοια εγκλήματα πριν και μετά, και η εναντίωση στο καθένα από αυτά εν ονόματι της πάσχουσας ανθρωπότητας (όχι λιγότερο απ’ όσο τής πάσχουσας φύσης) και εν ονόματι οιουδήποτε καταλαμβάνει τη θέση «Εβραίος» σε αντίστοιχες συνθήκες είναι η μόνη δυνατή εναντίωση στον αντισημιτισμό, σήμερα όσο και χθες.

Ο σιωνισμός, από τη στιγμή που έγινε κρατική ιδεολογία, κατέφυγε στο ύπουλο τέχνασμα που χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά, διαστρέφοντας τη λογική σχέση ανάμεσα στην ειδική και τη γενική έννοια του αντισημιτισμού. Όταν ο αντισημιτισμός εκδηλώνεται κατά των Εβραίων ζητάει αυτό να προσγραφεί ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας· όταν όμως τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας εξισώνονται με τον αντισημιτισμό δυσανασχετεί και το καταγγέλλει ως προσπάθεια να υποβιβαστεί η μοναδική σημασία του αντισημιτισμού, άρα έμμεση υποστήριξή του. Δύο συμπεράσματα εξάγονται: πρώτον, ο «Εβραίος» για τον σιωνισμό είναι περισσότερο άνθρωπος από οιοδήποτε άλλο ανθρώπινο ον (όπως ο αστός ιδιοκτήτης για τη φιλελεύθερη νομοθεσία και όπως ο καθαρόαιμος Άρειος για τον ναζισμό)· δεύτερον, όποιος δεν ανήκει στην ειδική ομάδα στην οποία η σιωνιστική ρητορική αυτοαναγνωρίζεται ως υποκείμενο, είναι δυνάμει αντισημίτης και ως εκ τούτου —ειδικά στην περίπτωση αυτή— εχθρός της ανθρωπότητας (δηλαδή, τιμωρητέος ως τέτοιος). Αυτή είναι όμως η φατριαστική λογική την οποία οξυδερκώς ο Adorno ταύτιζε με την ουσία του αντισημιτισμού, ισοδύναμη με την ταξική ή και εθνική εκδικητικότητα των εκάστοτε κυρίαρχων ομάδων – που επίσης είναι απεριόριστα εναλλάξιμες. Και αυτή τη θέση ακριβώς έχει υιοθετήσει σήμερα το κράτος του Ισραήλ, ως περιφερειακή υπερδύναμη και τοποτηρητής στον αραβικό γαιοστρατηγικό χώρο των συμφερόντων του επεκτεινόμενου ολοκληρωτικού υπερκράτους των ΗΠΑ. 

Αν η σιωνιστική λογική ως επιθετικό εθνικιστικό ιδίωμα ενέχει όλα τα ουσιώδη γνωρίσματα του αντισημιτισμού, στην ευρεία του έννοια, έπεται ότι μια αυθεντική εναντίωση στον αντισημιτισμό οφείλει κατ’ ανάγκη να έχει και αντισιωνιστική σκόπευση. Αυτή την προοπτική σήμερα προσπαθεί να παγιδεύσει με κάθε τρόπο η φιλοϊσραηλινή προπαγάνδα, καταφεύγοντας σε μία ακόμα ύπουλη διαστρέβλωση – τη ταχυδακτυλουργική ταύτιση αντισιωνισμού και αντισημιτισμού. Κι εδώ το στρατήγημα δεν είναι σημασιολογικό, είναι καθαρά ρητορικό, έγκειται στην εσκεμμένη υποκατάσταση του ενός όρου με τον άλλον στις επίσημες και σε ανεπίσημες γλωσσικές χρήσεις – πιστεύοντας (όπως ακριβώς η φασιστική προπαγάνδα στον καιρό της, και τα «δημοκρατικά» Μέσα Ενημέρωσης σήμερα) ότι με την επανειλημμένη χρήση δημιουργούνται εξαρτημένα ανακλαστικά στους αποδέκτες που διαβρώνουν την ικανότητα κριτικής διερεύνησης του νοήματος. Μέσα στο παγκόσμιο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που έχουν επιβάλλει οι ΗΠΑ στο όνομα του υποτιθέμενου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», παντού στον κόσμο —και ειδικά στην Ευρώπη— το Ισραήλ επιτίθεται, μέσω δικτύων πληροφόρησης, παρακυβερνητικών οργανώσεων και τοπικών λόμπι, κυρίως στους ελεύθερους διανοούμενους που στέκονται με διάφορους τρόπους εμπόδιο στη συσκοτιστική του στρατηγική, προσπαθώντας τουλάχιστον να τους σπιλώσει ως αντισημίτες εάν δεν μπορεί να τους πλήξει με πιο πρακτικό τρόπο (προσφάτως, έφτασε μέχρι του σημείου να καταγγείλει για αντισημιτισμό την ίδια την κυβέρνηση της Γαλλίας!)... Είναι χαρακτηριστικό ότι κύριος στόχος αυτού τού κρυπτοφασιστικού όπλου της «πολιτικής ορθότητας» δεν είναι τόσο οι πραγματικοί ρατσιστές αντισημίτες (αυτοί άλλωστε σήμερα ξεσπούν σε πολύ πιο ευάλωτα θύματα απ’ ό,τι οι Εβραίοι, του Ισραήλ είτε της παροικίας) αλλά εκείνοι ακριβώς που είναι σε θέση να αποκαλύψουν το αληθινό περιεχόμενο του αντισημιτισμού. Ταυτόχρονα εξυπηρετείται κι ένας παράπλευρος σκοπός: επισείοντας το φάντασμα του «αντισημιτισμού», εξωθούν εναπομείναντα πρόσωπα και ομάδες εβραϊκής καταγωγής, ισχυρά εδραιωμένα ως επί το πλείστον στις αντίστοιχες κοινωνίες τους, να μετοικήσουν στο Ισραήλ, ενισχύοντας ποικιλοτρόπως έτσι το σχέδιο διαρκούς οικονομικής και εδαφικής επέκτασης που διαπνέει το παραλήρημα ισχύος των σημερινών ηγετών του.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Μια απόδοση του κειμένου στα αγγλικά εμπεριέχεται τώρα στον τόμο Critical Theory and Society. A Reader, επιμ. Eric Bronner & Douglas Mackay Kellner (Routledge: Νέα Υόρκη, 1989). Το παρόν δοκίμιο έχει γραφτεί ως Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση του έργου, Max Horkheimer, Οι Εβραίοι και η Ευρώπη, μετ. Φώτης Τερζάκης, επίμετρα: Στέφανος Ροζάνης/ Χριστόφορος Αργυρόπουλος (Έρασμος: Αθήνα 2006) και περιέχεται σε αυτήν. Εκεί και όλες οι παραπομπές που χρησιμοποιώ χωρίς άλλη ένδειξη. 

2. Ελλ. μετ. Γιώργου Ν. Μερτίκα, περ. Λεβιάθαν, 5 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 1989): 61-86.

3. Ελλ. έκδ. Ελεύθερος Τύπος (Αθήνα χ.χ.), μετ. Νίκος Πρατσίνης - Ντίνα Σώτηρα.

4. Βλ. Max Horkheimer - Theodor W. Adorno, Η διαλεκτική τού διαφωτισμού, μετ. Λευτέρης Αναγνώστου, επίμετρο: Κοσμάς Ψυχοπαίδης (Νήσος: Αθήνα 1996).

5. Ό.π., σελ. 288.

6. Το αν και κατά πόσον η καταστρεπτική (σαδομαζοχιστική) ορμή μπορεί να θεωρηθεί ως πρωτογενής ή δευτερογενής, υποκατάστατη σαν να λέμε ενόρμηση, είναι στην πραγματικότητα αντικείμενο μακροσκελών συζητήσεων στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία. Ο ίδιος ο Φρόυντ παραμένει μάλλον αμφίσημος· ο πιο απερίφραστος μέσα στους ψυχαναλυτικούς κύκλους υπέρ της ιστορικοποιημένης και πολιτικά ευαίσθητης ερμηνείας που σιωπηρώς δέχονται εδώ οι Horkheimer και Adorno, είναι ο Wilhelm Reich, μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και του Αυστριακού Κομμουνιστικού Κόμματος έως τις αρχές τής δεκαετίας του 1930 (εν συνεχεία εκπαραθυρώθηκε και από τα δύο). Ο Erich Fromm, ψυχαναλυτικός εταίρος τού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών πριν από την αποδημία του απ’ τη Γερμανία, αρνείται βεβαίως και αυτός τον πρωτογενή χαρακτήρα των καταστρεπτικών ενορμήσεων, όμως σε ένα πλαίσιο αντιλήψεων που είναι θα σταδιακά όλο και λιγότερο φροϋδικό – υποχωρώντας σε εκείνο που ο Adorno ονόμαζε «ρεβιζιονιστική» ουμανιστική ψυχολογία. Απ’ όλο το πρώιμο έργο τού μεγάλου εικονοκλάστη ψυχιάτρου και ψυχαναλυτή, βλ. αντιπροσωπευτικότερα, σχετικά με το θέμα που συζητάμε εδώ, Wilhelm Reich, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, μετ. Ηρώ Δ. Λάμπρου (Μπουκουμάνης: Αθήνα 1975).

7. Max Horkheimer - Theodor W. Adorno, ό.π., σελ. 282.

8. Ελλ. μετ. Γερ. Λυκιαρδόπουλου, στον τόμο Hegel - Feuerbach - Marx, Κράτος και θρησκευτική συνείδηση, μετ. Στ. Ροζάνης - Ρένα Κοσσέρη - Γ. Λυκιαρδόπουλος (Έρασμος: Αθήνα, 1978): 62-112. 

9. Ό.π., σελ. 72.

10. Γι’ αυτό το αποσιωπούμενο απ’ όλους γεγονός, και κυρίως από τους «δημοκρατικούς» εταίρους του Ισραήλ στην Κοινωνία των Εθνών, βλ. το ιστορικό άρθρο τού Emanuele Ottolenghi, «Θρησκεία και δημοκρατία στο Ισραήλ», στον τόμο David Marquand & Ronald L. Nettler [επιμ.], Θρησκεία και δημοκρατία, μετ. Φώτης Τερζάκης (Αλεξάνδρεια: Αθήνα 2003): 89-110.

11. Σχετικά με αυτή την ιδιόμορφη και ελάχιστα γνωστή έκφραση της βαρβαρότητας του Ισραήλ, βλ. τα αποκαλυπτικά άρθρα των διαφωνούντων ισραηλινών αρχιτεκτόνων, Eyal Weizman, «Τα εγκλήματα των αρχιτεκτόνων»· Phillip Misselwitz & Eyal Weizman, «Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ως αστικός σχεδιασμός»· και Kate Rich, «Πραγματοποιώντας μια έκθεση. Μία ογκομετρική επισκόπηση της χρήσης τής γης στα ισραηλινά κατεχόμενα εδάφη», μετ. Μαριάννας Λεμπρέν, περ. futura, 9 (καλοκαίρι 2004): 38-41, 42-61 και 62-65. 

12. Για ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο των στρατηγικών παραχάραξης της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης που χρησιμοποίησε το κράτος του Ισραήλ προκειμένου να καρπωθεί πολιτικά την οδύνη και το μαρτύριο αναρίθμητων ανθρώπων τούς οποίους δεν δικαιούται να εκπροσωπεί, και ταυτόχρονα για να εξυπηρετήσει ωμά συμφέροντα των αμερικανών πατρώνων του, βλ. ιδίως Norman Finkelstein, Η βιομηχανία του ολοκαυτώματος. Σκέψεις σχετικά με την εκμετάλλευση της εβραϊκής οδύνης, μετ. Γ. Κολοβός - Αχ. Καλαμαράς, πρόλ. Γ. Μαργαρίτης (Εκδόσεις του 21ου: Αθήνα 2001). Ο συγγραφέας είναι ο ίδιος εβραϊκής καταγωγής Αμερικανός, και με τους δύο γονείς του ανάμεσα στους επιβιώσαντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

 



[Από το Ερμηνευτικά για τη Σχολή της Φραγκφούρτης (Αλεξάνδρεια: Αθήνα 2009)]