Φώτης Τερζάκης, Η αυλακιά τού Ρεμπώ. Τρία ταξίδια (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2010)

Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ είναι ο θάνατος. Εκείνο το βαθουλωμένο πρόσωπο δίχως μάτια που αγγίζει τον ώμο σου απαλά με τη βελούδινη αφή τής μητέρας μια νύχτα τού Αυγούστου, και η πρώτη σταγόνα τής λύτρωσης κυλάει στα ιδρωμένα σεντόνια. Ένα σπήλαιο πολικό και λευκό, η μνήμη τής πέτρας το άγραφο βιβλίο τού χρόνου, ένας πόθος που σου έγνεψε κρυφά απ' τα βάθη τού άσαρκου κορμιού της. Τ' ανύπαρκτα μέσ' στις φάτνες τους μάτια της που πέτρωσαν σε μια μόνο ριπή την πορεία τού κόσμου… Είναι ο θάνατος. Μια φούγκα που γυρίζει στο ίδιο πάντα σημείο, ο σκορπιός παγιδευμένος στον πύρινο κύκλο του, το κολιμπρί που είδε στα μάτια τής τίγρης την προφητεία τού άδηλου μέλλοντός του […] Φέρε το παγούρι στα ασπρισμένα χείλη, συλλάβισε έναν αποχαιρετισμό ή μια προσευχή και αφουγκράσου με προσήλωση τον χορό του αίματος σε τούτο το αφρικανικό τύμπανο που το καλεί. Εδώ αρχίζει στ' αλήθεια το ταξίδι, ο χρόνος ψυχορραγεί και η άμμος καταπίνει καυτή τα χυμένα σπάχνα [...]. Υπάρχουνε όμως ακόμα ταξίδια, συναντάει κανείς ακόμα στις μέρες μας ταξιδιώτες; Τώρα που ο κόσμος μετρήθηκε, καταγράφτηκε, μπήκε στους χάρτες και στα χωροταξικά διαγράμματα, στα συμβόλαια και στους τίτλους ιδιοκτησίας, τώρα που ακόμα και η πιο απείθαρχη διάσταση του ταξιδιού, ο χρόνος, που οι απρόβλεπτες διογκώσεις και περιστροφές του μπορούσαν να καταβάλουν την πιο ακοίμητη θέληση και το πιο άγρυπνο μάτι να γείρει απ' τον μοιραίο ύπνο, έγινε ο ίδιος με τη σειρά του τροφή των ταξιδιωτικών γραφείων, προσχεδιασμένη μέχρι το τελευταίο της δευτερόλεπτο ανάπαυλα στον ρυθμό τής μηχανής που χτυπάει ακατάπαυστα στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στην Αμβέρσα, στο Τόκιο ή στην Αθήνα, που η γη παραδόθηκε πληγωμένη, ετοιμοθάνατη, στις ορδές των τουριστών για την τελευταία λεηλασία, τώρα που η Μπανγκόγκ μοιάζει με κακόφημη συνοικία τού Παρισιού και οι ινδιάνοι πίνουνε φτηνή μπύρα τ' απόβραδα στο λιμάνι της Βέρα-Κρους ––στα μάτια τους γέρνει μια έρημος νεκρών βουβαλιών και τα τέσσερα διαμελισμένα άκρα τού ορίζοντα–– κοντολογίς, τώρα που ο κόσμος τελείωσε, ποιος δρόμος άραγε απομένει να διασχίσουν ακόμα τα κουρασμένα πόδια τής μοναξιάς, που ν' ακουμπήσει η έγνοια που έλπισε για τελευταία φορά κάτω από τον ήλιο; Ό,τι κι αν πείτε, τα ταξίδια έχουν τελειώσει από καιρό και στους αρχαίους δρόμους των ταξιδιωτών τα τουριστικά μίνι-μπας αφήνουν πίσω τους μιαν ατελείωτη ουρά στραγγαλισμένα τενεκεδάκια pepsi-cola: ένα σύμπλεγμα ερωτικό λύνεται στο Κατζουράο και μια ελεφάντινη μάσκα στον Άνω Νείλο κλείνει με οδύνη τα βλέφαρα, μαστιγωμένα από τ' ανελέητα φωτογραφικά φλας. Τα τελευταία δείγματα σπάνιων ειδών σπαρταρούν με αγωνία μέσα στα λευκώματα. […] Γιατί, το είπαμε, θ' αναγνωρίσουμε άσφαλτα τον ταξιδιώτη από τη μόνη του συντροφιά: τον θάνατο […] Και όχι βέβαια επειδή τα ταξίδια είναι κάποτε επικίνδυνα: μάλλον επειδή για εκείνον που φεύγει το σώμα δεν έχει πλέον άγκυρα μέσ' στον κόσμο. Δίχως χρόνο οικείο, από καιρό δίχως εδώ, ρίχνεται μ' ένα απελπισμένο σάλτο έξω από την ίδια του τη ζωή όπως το φίδι απ' τη φλεγόμενη φωλιά του […] Πίσω, μακριά, χαμηλώνουν τα φώτα τού κόσμου πολιτείες βουλιάζουνε σε κρύα σκοτάδια, η πλάση ξαναγυρίζει στο μεγάλο νερό. Το ταξίδι ακυρώνει το σύμπαν.